ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΔΩ ΣΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΟΥ ΠΟΣΟΝ ΑΓΑΠΑΣ (ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο)

Στην άκρη του γκρεμού σε πρόλαβε ο έρωτας με μαύρη ομορφιά, κόκκινο πάθος.  Νύχτα και μέρα τήκεσαι, οι λέξεις τίποτα δεν εκφράζουν. Ώστε μην παιδεύεις το ουράνιο αίσθημα, μονάχα θαύμαζε κι εσύ το τριανταφυλλί του κάλλος. Ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο (ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΩΡΑ απ’ τις Δυνάμεις που εξουσιάζουν τα νερά του Νίκου Καρούζου, συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1961 – και μετά το κολάζ που υπογράφει ο  Jerzy Głuszek άλλα Περί έρωτος κι άλλων Δαιμονίων ποιήματα, γιατί Ρους είναι ο Έρωτας που λιώνει τ’ άστρα και τη φωνή της γυναίκας, της Γυναίκας, πείσμα της Ασίας «που είναι πλανόδια σαν το φεγγάρι… Όταν αφήνεις ένα βλέμμα στις κοιλάδες να ωριμάζει καθώς οι άνεμοι το ταξιδεύουν ως τα ύψη νέμεσαι τα κλαδιά και χύνεις δηλητήρια μες στο φεγγάρι… Λέω στον ήλιο να σταθεί χωρίς την αγαθότητα σχίζοντας το μεγάλο χρώμα του ονείρου στον ήλιο να σε πολεμήσει με βοερό θειάφι και να γκρεμίσει όλη τη θύμηση που σε παιδεύει… Ήρθες να μείνεις ως το θάνατο με πορφυρές ανταύγειες απ’ τα μέλη, ρώτησα μα δεν έμαθα πού βρήκες το σκοτάδι, σε μυστικά ρυάκια κλειδώνεις τον ήχο σου μόνη με την εκρηκτική φωνή της σιωπής. Ήρθες να μείνεις ως το μακρινό χάραμα, σώματα πέρασες ακόμη ταξιδεύεις…»




ΡΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΠΟΥ ΛΙΩΝΕΙ Τ’ ΑΣΤΡΑ ΚΑΙ ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ (Εγκάρσια μουσική στις βροχές):
Εδώ στο γέρικο ποτάμι
θρηνώ την ύπαρξη μου χαμένη-
ακούγονται στον άνεμο οι φωτιές.
Ώρα πολλή έρχομαι
απ’ τους μακρινούς αγρούς μου
ώρα πολλή φυλάσσω την αγάπη.
Βλέπω τα πάθη σου Αλκυόνη ως τον κατακλυσμό
στις ανατιναγμένες φλόγες
η μοίρα μας είναι διάπυρη.
Αλκυόνη βγάλε τα έμορφα ποδήματα
μύρωσε τ’ αυτιά σου
νερένιος ο λαιμό σου κρούει τα χείλη
και τρέμουν
στα δάχτυλα των κρίνων σου οι μικρές κορφές.
Αλκυόνη πετάς αληθινά
δεν έχεις τώρα γήινα πόδια
είσαι το ποτάμι…
Χάνομαι θλίβομαι αγαπώ
τις πλάτες σου Αλκυόνη
δεν αγγίζω τα μαλλιά σου θα καώ.
Αλκυόνη τι θάνατος!
Χώρος δε είναι έξω απ’ τον χρόνο.

Ψηλά η νύχτα μοιάζει έρωτας, αυτοκτονεί ο διάττων.
 Είμαι ένας άνθρωπος φανταστικός
ανάσκελα προσηλωμένος τρυπώ με ιδανικά το ταβάνι

ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
Φτώχεια φωτιά φαρμάκι ο τόπος.
Μονόξυλα οι έλληνες μες στα χρώματα των επιγραφών
κι ο έρωτας τελευταία ελπίδα
που έμπλεξε τα χέρια τόσων ζευγαριών
κόκκινο μπλε πράσινο
πορτοκαλί κίτρινο παραμύθι
τα μαύρα σου μαλλιά
που
θα φιλούσα με δυο βήματα
γυναίκα ουράνια σκάλα.
Φτώχεια φωτιά φαρμάκι ο τόπος.
Κι αυτό το παλληκάρι απ’ τη θάλασσα
έτσι που σπάζει το φως στα μαλλιά του
χρωματιστές αχτίδες αποθεώνουν
το άνθος του κορμιού του.
Κι αυτό το παλληκάρι
με τον ιδρώτα του καλοκαιριού στη βλάστησή του.
Δρόμοι με τον καημό
Σταδίου αγαπημένη –
λείπουμε
όλα φράζονται
και συ πώς στέρεψες καρδιά μου…
Τώρα γυρίζει ο καιρός
φέρνει τη χλόη
και της γαλήνης τα νερά.
Μπορώ
γυρίζω τον καιρό
βγαίνω απ’ τις φλόγες…
Παιδιά γυναίκες άνδρες στην οδό
υπηρέτριες με τις δικές τους ώρες
στα στήθη προσμονή
ο Βαγγέλης
κι οι ένοχοι που τρέχουν
με ταχύτητα
πλέον των εκατό χιλιομέτρων
για να μη βλέπουμε
τα πρόσωπά τους
……………………………

Μεγάλη η νύχτα κι η Ποίηση τόσο χαμηλή για τους αναγκασμένους.
Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στο κορμί μου.
Πού είναι τα χρόνια των υακίνθων…

ΑΥΤΗ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ
Δεν με νοιάζει κανένα σώμα έλεγες
όταν έρημη στο ρουμάνι των βλαστήσεων
έκλεινες τους χυμούς της πυρκαγιάς
που είναι τα πάθη σου.
Εγώ τότε στους ώμους του προφήτη έβλεπα
τον Ιερό να μιλά
με το στεφάνι του πυρός ολόγυρα στο κεφάλι
σμήνος αγγέλων
και τον ποιητή βαθύν αέρα…
Τι θα έκανε τις πράξεις μου
αν δεν υπήρχε ο θάνατος.

Να με σώσουν τα όνειρα ή να με συντρίψουν –ένα τ’ ονομάζω

ΤΑ ΑΝΘΗ ΒΡΟΧΕΡΑ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΩΝ ΩΡΩΝ ΜΟΥ
Έρωτα καταστρέφεις
αφαιρείς την ψυχή απ’ τα ουράνια
σχίζεις τα σωθικά
πώς να φανερώσω τη σκοτεινή σου προέλευση
έρωτα κέδρε μου με το άρωμα του φεύγοντος χρόνου.

Ιδού το μπαρ των ταραχών
με όλην αυτή την αναστάτωση έρωτα
και τα μάτια μου σύγκορμες ώρες
που ασπαίρουν στο collage.

Τι άλλα θα ήσουν
αρχίζει η λησμοσύνη
ξεχνώ τα τρόλεϋ
παύουν οι προοπτικές
οι άλλοι χάνονται στην παρουσία τους-
μητέρα είναι μια
μεθυσμένη λησμονιά.
Τι άλλο θα ήσουν έρωτα;

Ξανθά μαλλιά που δε με βοηθούν
όλα λοιπόν για σένα;
Είμαι θνητός κι όταν εισχωρώ
αιωρούμενος τώρα στο φωταγωγό σου.
Κύριε κάνε πιο αισθητή την απειλή
πού να υποκύψω;

Μα ένας μαύρος ηγεμόνας
απ’ το φύλλωμα τον νερού με συναρπάζει
στην όχθη τούτη πώς ταράζει το κύμα –
το πλοιάριο εντούτοις
και εκείνος
με τόση λάμψη του χρυσού σκοτάδι.

Ίσως εδώ ν’ αναστηθώ
πόση χαρά πορεύεται,
χόρεψε
φίλη: Ο θάνατος
με κλέβει.

Καλύψο άι.

ΠΩΣ ΠΕΦΤΟΥΝΕ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΚΙ ΑΠΟ ΤΙ ΠΟΘΟΥΣ…  ΠΟΣΟΙ  άγγελοι φτερουγισμένοι και πόσο νερό στη δίψα  είδα τους φρέσκους αετούς, είδα τον Υιό να καίγεται σε δροσερές φλόγες κι η κάθε πράξη σαν χαραυγή στους κοπετούς να διαλύεται η εναρμοσύνη… Βλέπω τα ζώα κι αισθάνομαι τις θείες ομοιώσεις, αξόδευτη νοσταλγία ο λιγοστός θόρυβος απ’ τη σαύρα που χάνεται στη βλάστηση μ’ ένα χρωματιστό πουλί αφιέρωμα στο δένδρο κι επάνω κελάηδημα της μοναξιάς εξουσιάζοντας το δένδρο… Θύμηση που είναι το φεγγάρι σαν το υφαίνουν αραιά νέφη, νύχτες αλλού ψηλότερες απ’ τα’ αστέρια μου, νύχτες αλλού μεγάλες όσο κι ο πόνος. Ένας μετέωρος άγγελος στο μαύρο του κενού με σταγόνες ονείρων όπου λάμπουν ερήμωση στο μέτωπό του… Αχ πώς αγγίζοντας ένα καλώδιο της βροχής να μεταδώσεις ηλεκτρισμό των επιθυμιών ως τα ουράνια… - αποσπάσματα από το ποίημα του Νίκου Καρούζου     ΜΕΤΕΩΡΟΣ ή ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΣΤΗ ΖΟΥΓΚΛΑ 1961
Ταδε Έφη Κάρμα Deep Punctum κ ART ά SOS (από Κάρτας και Τάσος)


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: