ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

Η χαρά σου το σήμα μου, όταν το φως κερδίζει το σώμα μου συντάσσοντάς το με τον τρόπο της γεύσης σου. Και πάντα με τα όνειρά μου ανθοί πικροδάφνης να εντείνουν τη γλώσσα μου. Εύφορος κόσμος ο κόσμος των εξόδων. Αντέξαμε το γυρισμό και θα φοβηθούμε τις αναχωρήσεις; Αντέξαμε τον έρωτα και θα φοβηθούμε τον πόλεμο; Παράλογο. Κι όμως αντέχω την πίκρα μου. Παράλογο. Σ’ αγαπώ περισσότερο όταν είσαι κοντά μου. Στιγμές που η αγάπη μου για σε σε ξεπερνάει. Δεν υπάρχεις. Δεν σε χρειάζεται. Ανίατος κι ευτυχώς ο έρωτας. Θα πω λοιπόν στους ταχυδρόμους να καταγγείλουν τα χιλιόμετρα. Θα πω στα καράβια να εκτιμήσουν τη φωνή σου. Θα πω τον έρωτα χώμα και νερό. Θα πω… Και τα φιλιά μιλιά… [από τη συλλογή του Παντελή Μπουκάλα Η Εκδρομή της Ευδοκίας 1982 – ART by Mária Túry Summer και με ΚΛΙΚ Μικροαυτοανθολογία από τις άλλες συλλογές του]


ΜΙΚΡΟ ΑΥΤΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ Παντελή Μπουκάλα
[από τη συλλογή Ο Μέσα Πάνθηρας 1985]
Τάφος το ταυ
τήλε-
λέξη χωλή
τηλέγραφος
τηλέφωνο
τηλεόραση
άλλων το μεδούλι να ρουφάει
Βλέπω / μιλώ / ακούω / γράφω –
τείχος οι τοίχοι
λέξη βρικόλακας
να σώνει τους ζυμούς των ανθρώπων
Τι λες λοιπόν;
Φράχτης τα δόντια
και στην έξοδο
φιλούν τα χείλη και μιλούνε
-και φως το τάφος

ΛΟΚ ΑΟΥΤ (από τα Σήματα Λυγρά, 1992)
Υγρός
κι ανίμερος
επειδή του πόθου παρανάλωμα.
Φεύγεις
και φεύγει η όψη μου. Πώς να μην ξαναρχίσω.
Ανάποδα, λοιπόν, Τζων Λοκ, ανάποδα.
Με το κεφάλι κάτω:
Ουδέν εν τη αισθήσει
ο μη πρότερον εν τη νοήσει.
Ένας νους τερατώδης ολονέν εκσαρκίζεται
να πληρώσει νόημα το Παμφάγο Ανόητο
Δεν αντέχεται αλλιώς τόσο πένθος

(από το βιβλίο Ο Μάντης, 1994)
Λοιπόν, το βάθος των ματιών σου είναι γαλάζιο
το ’νιωσα χθες όταν τα κύματα με πήραν,
σ’ ερημονήσι μ’ εξορίσαν να μονάζω
και ναυαγό μες την αγκάλη σου με σύραν

Λοιπόν, το βάθος των ματιών σου πρασινίζει,
το ’ζησα χθες κι ήταν σα δάσος με θηρία,
κι αυτά μου μάθαν ν’ αγαπώ ό,τι κοστίζει
ότι πονάει κι αδειάζει κάθε αρτηρία
ΣΥΝΕΧΕΙΑ από σελ. 100

(από το βιβλίο Οπόταν Πλάτανος, 1999)
Σαν τον κόσμο του πλατάνου. Το μέσα του καταβροχθίζει τη μορφή, ένα τίποτε μένει, κλαδιά που γράφουν αγκαλιές μα τ’ άλλο σώμα εκτοπισμένο από καιρό στην απουσία, ένα τίποτε μένει, καθώς όταν ουρλιάζεις και οι βλάσφημες πέτρες σου στον αδιάφορο ουρανό εποστρακίζονται κι επιστρέφουν, ένα τίποτε μένει, ρίζες βυθισμένες στις πέτρες, και πάλι βρίσκουνε χυμό κι αντέχουν, ένα τίποτε μένει, ένα στόμα ορθάνοιχτο που δεν ενδίδει σε άναρθρα ουρλιαχτά, παρά τον πανικό που μελωδεί και γοητεύει. Η συντριβή είναι ο τρόπος του ανθρώπινου. Και η ήττα του χλόη και δόξα του.
Σαν τον κορμό του πλάτανου. Ξύλο εξουθενωμένο και ξύλο ζώπυρο. Ξύλο της καρτερίας κι ανταρτεμένο. Πάνω που λες ο θάνατος θα συλλαβίσει την έξοδο, πάνω που λες δεν πάει λοιπόν αυτό το παραμύθι παρακάτω, νερό υπόγειο αναβάλλει - και το μηδενισμένο αντέχει, και πάλι κύκλους γράφει, πλέκει τραγούδια τους λυγμούς και ιστορεί την εμμονή του ήλιου την αλάθευτη. Και υψώνεται…

ΣΧΟΛΙΟ: Χώμα, νερό και φωτιά: αυτά είναι τα τρία χοϊκά στοιχεία γύρω από τα οποία πλέκονται τα πεζόμορφα κατά κανόνα ποιήματα της συλλογής του Παντελή Μπουκάλα ΟΠΟΤΑΝ ΠΛΑΤΑΝΟΣ!..  'Συλλογή', ωστόσο, εν προκειμένω, αποτελεί έναν μάλλον καταχρηστικό χαρακτηρισμό εφόσον το υλικό του Οπόταν Πλάτανος, χωρισμένο σε τρία αντίστοιχα με τη χοϊκή του διαίρεση μέρη (Η ρίζα, Το νερό και Η πυρά), εμφανίζεται ως ένα είδος ηθελημένα σπαραγμένης σύνθεσης, με θέμα το ακατάλυτο (φροϊδικό και όχι μόνο) ζεύγος του έρωτα και του θανάτου. [...] Ο έρωτας και ο θάνατος σημαίνονται ξανά και ξανά, υπό την πίεση ενός αδιάκοπου πατρογονικού άγχους, για να αναδείξουν μια ποίηση που συνιστά σπονδή στα αρχέτυπα και στα σύμβολα, χωρίς να αποβάλλει το ένσαρκο, αυστηρά προσωπικό (και το κυριότερο, έντονα συγκινησιακό) εγώ της - μια ποίηση πνεύμα και ύλη, ιδέα και πράξη ή μύθο και Ιστορία ταυτοχρόνως…  (απόσπασμα από σχόλιο του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, Ελευθεροτυπία, 12/12/1999)

ΠΑΙΓΝΙΩΝ ΠΑΙΓΝΙΑ (από τα Ρήματα, 2009)
Να γίνει η φύρα φύραμα;
Ζυμάρι για καινούρια όνειρα ή φθορά;
Την ερημιά να σπείρει να καλλιεργήσει
η ρίμα;
Μωρ’ μια χαρά τα λες εσύ
και τα ταιριάζεις, βολονταριστάκο μου.
Αλλά τα πράγματα
πιο ζόρικα απ’ τα γράμματα
κι από τα παιχνιδίσματά τους
και δεν αρκεί η μηχανή του ήχου.
Έχουν το πείσμα τους τα πράγματα
Μηδέ σε καλοπιάσματα ενδίδουν
σε μεταμεσονύχτιες εκκλήσεις απονενοημένων
μηδέ στις σολομωνικές της μούσας.
Μη δα και το πιστέψεις
πως μόνος του τη μοίρα του ορίζει
ο λογοθέτης
τη στρέφει του χεριού του την αλλάζει.
Αστείο και να το πεις.

Καν ο Θεός
όποιο κι αν είναι το όνομά του
δε τα κατάφερε εν τέλει να λέει – να γίνεται
πάλι να λέει – να ξεγίνεται.
Αν, λέω,
αν τα ’χε καταφέρει ο πηλουργός σου
μ’ ένα του λόγο θα σε είχε πια ξεκάνει,
δεν θα ’σουν τώρα εδώ να του ανταρτεύεις
τη γλώσσα να το βγάζεις
και να τον περιγελάς.
Ή πάλι, παντογνώστης,
έγκαιρα τη δική του γλώσσα
θα ’κοβε θα κατάπινε
μη σ’ ονομάσει και φανείς,
στη γάγγραινα της σιωπής θα σε παρέδιδε
για να πεθαίνεις στην αιωνιότητα
πριν καν υπάρξεις.
Πλην τώρα υπάρχεις, επιθυμητή μου,
κι έχεις να ζεις να παίζεις
και να γίνεσαι ό,τι χάνεις.
Τι άλλο η δεδικασμένη ανθρωποσύνη σου

ΝΤΑΛΚΑΣ  (από τα Ρήματα, 2009)
Τον έρωτα σε λέξη μια πώς να τον καταφέρω,
πάντως πιο ταιριαστός μου φαίνεται ο σεβντάς,
όχι σεκλέτι ή ντέρτι. Αγρίως υποφέρω
μα στην αγάπη δεν χωράει «ταν ή επί τας».
Δεν είναι δίλημμα η αγάπη, είναι σπαραγμός,
κι όταν μιλιέται κι όταν άρρητα πονάει.
Δεν είναι λίμνη η αγάπη, είναι ποταμός,
κι αν καμωθείς το βράχο, σε σαρώνει όπως ξεσπάει.
Σεβντάς, λοιπόν, λαχτάρα που αγριεύει,
και ρήματα σοφίζεται και μουσική
όταν με το κενό και την απόσταση παλεύει,
κι ας ξέρει πως αγιάτρευτη η πληγή.
Νταλκάς, σεβντάς και ντέρτι και σεκλέτι
– α, γλώσσα ωραία, πλούσια ελληνική.
Γλώσσα του έρωτα του κόσμου όλες οι γλώσσες
– κι όλες μαζί λαβαίνουν νόημα απ’ τη σιωπή.

Παντελής Μπουκάλας, Ποίηση εξομολογητική και πιο καθολική παρά ποτέ: Δημοσιογράφος που βρίσκεται συχνά στη δίνη του κυκλώνα με τις αντιρατσιστικές, αντιεθνικιστικές του θέσεις, μεταφραστής της αρχαιοελληνικής γραμματείας, την οποία με πάθος διεκδικεί από τους απανταχού προγονολάτρες, χειρώναξ διορθωτής και, πάνω από όλα, ποιητής, που εξέδωσε την πρώτη του συλλογή, τον «Αλγόρυθμο», το 1980, στα είκοσι τρία του χρόνια, ο Παντελής Μπουκάλας (1957) ζει από το λόγο και μέσα σ' αυτόν. Μέσα στο σύστημα του λόγου που τον ορίζει, η ποίηση κατέχει θέση ξεχωριστή. Τα ποιήματα μοιάζουν να χαράσσουν τα ίδια την πορεία τους, επιβάλλοντας ή αναβάλλοντας την έκδοσή τους: από το «Οπόταν πλάτανος» ως τα «Ρήματα», την έβδομη συλλογή έχει παρέλθει μια ολόκληρη δεκαετία. Και ο αυτοπροσδιορισμός τους αυτός έχει να κάνει με τη συναίρεση του δημόσιου με το ιδιωτικό, που διαρκώς αναδιευθετούνται, σε ένα πλαίσιο αυτοαναφορικό που σχολιάζει μονίμως το ρόλο, τη δύναμη και την αδυναμία του ποιητικού λόγου. Ο ίδιος ο τίτλος, «Ρήματα», είναι διαφωτιστικός ως προς την απόβλεψη της συλλογής στην καθολικότητα: το ρήμα ως λέξη και ομιλία, ως δημιουργία, πρώτη αιτία και λογική, αλλά και ως φορέας της δράσης, ως πράξη καθαυτή. Για τον Μπουκάλα, ο λόγος διατηρεί σχέση αναδραστική με τον κόσμο, από τον οποίο διαμορφώνεται και τον οποίο διαμορφώνει…


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΔΩ ΣΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΟΥ ΠΟΣΟΝ ΑΓΑΠΑΣ (ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο)

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: