ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ή των φιλιών σου το πηγμένο μέλι; μα όχι! Είναι η ευωδιά σου! η ευωδιά σου είναι που γεύσι αποστάζεται  στων βλεφαρίδων σου τους καταρράκτες [ΑΔΩΝΙΣ από τη συλλογή της Σοφίας Πόταρη-Ταϋγέτη  ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΣΕ ΜΕΛΙ εκδόσεις Νησίδες -  με ΚΛΙΚ στην εικόνα κι άλλα ερωτικά ποιήματα από την ίδια συλλογή, από τη συλλογή ΑΣΦΟΔΕΛΟΙ και ΚΥΠΑΡΙΣΣΟΙ και κατακλείδα Η ΜΟΥΣΑ κι Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, ένα ανέκδοτο ακόμα ποίημα της – ART by  by Gabriel de Cool the Muse]



Η ΚΑΡΔΙΑ ΟΠΩΣ ΤΗ ΒΛΕΠΟΥΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
Η καρδιά μου, όπως τη βλέπουνε τ’ αθώα πουλιά
φύλλο στον κήπο της σιωπής, με πορφυρή πνοή γεμάτο
της πρωινής της πάχνης σφιχτοκρατάει την απαλή δροσιά
κι απ’ του γλυκού του σούρουπου το ματωμένο πίνει πιάτο

Η καρδιά μου, όπως τη βλέπουνε τ’ αθώα πουλιά
γρήγορο χτένι, πλουμιστό, σε αργαλειό παλαιό υφαίνει
της ακριβής του αγάπης ασημώνει τα μεταξωτά προικιά
με πληγωμένα δάχτυλα χρυσοκεντάει τη μοίρα που του κρένει

Η καρδιά μου, όπως τη βλέπουνε τ΄αθώα πουλιά
μικρό κοτσύφι, αφτέρουγο, μέσα στον άγριο ματώνει βάτο
τρίλιες σμιλεύει θλιβερές π' απλώνονται σαν χέρια αδειανά
στις μαύρες να πιαστούν καρδιές πριν βυθιστούν στο μαύρο τάφο
[Σοφία Πόταρη-Ταϋγέτη, από τη συλλογή Δηλητήριο σε μέλι]

ΘΡΗΝΟΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΡΑΣΤΗ ΤΗΣ
της μέθης μου απολαυστικό κρασί εσύ κυλάς
τις φλέβες μου ύπουλα ναρκώνεις κι εφορμάς
στα μούσκλια μου τη γλίτσα σου σοφά φυτεύεις
γεωργός αρχαίος, στα κρύφια βρύα μου ελλοχεύεις
σαν φίδι, εισχωρώντας σε βράχο κούφιο και σαθρό
που ήσυχα υποκλίνεται σε καταφάγωμα ηδονικό
καθώς φεγγάρι εβένινο γλιστερά στις φωλιές μου
εξαπλώνεσαι, στις πιο σιγηλές σπηλιές μου
βελούδο μελανό υφαίνεις κι ατλάζι πορφυρό
σατανική σπορά για έρωτα διαβόητο, δαιμονικό
το μάτι σου σαρδόνιο του σκότους τρυπάει το μάτι
και το ρουφάει και ξεφρενιασμένο καλπάζει άτι
στης νύχτας την κατάβαθη φωλιά, που ξεγεννά
σοφίας  και παράνοιας γεννήματα φριχτά
ζωή και θάνατο σε σμίξιμο ανήκουστο, μοχθηρό
ω! πώς φέγγεις μέσα μου φαρμάκι και ίαμα πικρό
σαν σε σταυρό καρφώνεσαι πανάχραντη ηδονή
σκότος αμόλευτο, ξεγεννημένο πεπτωκυία ανατολή
[Σοφία Πόταρη-Ταϋγέτη, από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι]


ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΠΟΥΛΙ
κάθε αυγή και σούρουπο, ανατολή και δείλι
ο ήλιος ολομέταξος στο βράχο σκαρφαλώνει
με τρυφεράδα περισσή την πέτρα του μαλώνει
που πάνω της ματώσανε της Παναγιώς τα χείλη

αφού αρνήθη ο έρωτας χαρές να την κεράσει
πήρε το δρόμο που ξεβγάζει απάνω στη ραχούλα
με ξαναμμένη την καρδιά η άγουρη παιδούλα
από το βράχο ρίχτηκε κι αγκάλιασε την πλάση

λαφριά την είπαν στο χωριό τη δύστυχη Πανάγιω
και πως αυτά παθαίνουνε οι άμυαλες κοπέλες
που κρίματα πληρώνουνε στου έρωτα τις τρέλλες

κανείς ποτέ δεν ένιωσε πως η φλογάτη κόρη
λαβώθηκε για να γενεί λευκό ονειροπούλι
π’ απλώνει τα φτεράκια του πιο έξω απ΄το κουκούλι
[Σοφία Πόταρη-Ταϋγέτη, από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι]


ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΥΣΙΑ
Τα ματόκλαδά σου
Οι βολβοί σου
Οι κόρες σου
όρασή μου

Τα χείλη σου
Η γλώσσα σου
Τα σάλιο σου
Το φιλί μου

Τα μαλλιά σου
Ο λαιμός σου
Ο κόρφος σου
Η θέρμη μου

Τα χέρια σου
Τα δάχτυλά σου
Τα νύχια σου
Το χάδι μου

Το στήθος σου
Οι ρώγες σου
Το ρίγος σου
Η έκστασή μου 

Η κοιλιά σου
Το εφήβαιο
Τα λαγόνια σου
Η πλήρωσή μου

Τα πόδια σου
Η ρίζα σου
Το περπάτημά σου
Το λίκνισμά μου

Οι φλέβες σου
Οι ιστοί σου
Το αίμα σου
Το πυρ μου

Ποθητή αγάπη
Η μυσταγωγία σου
Η ποίησή μου
[Σοφία Πόταρη-Ταϋγέτη, από τη συλλογή Δηλητήριο σε μέλι]

ΚΙ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΗ ΣΥΝΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΠΟΤΑΡΗ:  
Σοφή ή άνιση μάχη κατάκτησης η Ιερά Συνουσία;  Πλαγίως μπαίνει το δίλημμα καθώς στις οκτώ τετράστιχες στροφές αντιμάχονται άνισα οι κτητικές αντωνυμίες: η αριθμητική  υπεροχή του β’ ενικού προσώπου είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Το κτητικό Σου νικάει κατά κράτος το α’ πρόσωπο ΜΟΥ:
Τα ματόκλαδά Σου, οι βολβοί Σου, οι κόρες Σου!... Όλα αυτά όμως κάτω από τη σκέπη της ΟΡΑΣΗΣ ΜΟΥ!..  (παρόμοια αναλογία 3 προς 1 και στις επόμενες 7 στροφές: τα χείλη Σου, η γλώσσα Σου, το σάλιο Σου γίνονται ένα στο ΦΙΛΙ ΜΟΥ… και τα μαλλιά Σου, ο λαιμός Σου, ο κόρφος ΣΟΥ μας κάνουν τη  ΘΕΡΜΗ ΜΟΥ… ενώ το στήθος Σου, οι ρώγες Σου, το ρίγος Σου συντελούν στην  ΕΚΣΤΑΣΗ ΜΟΥ  κλπ, κλπ)
Έχει, λοιπόν, αυτή η μοναδική Φωτιά του Έρωτα προσάναμμα το Άλλο πρόσωπο, δηλαδή στην Ουσία σημαίνει ότι χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει. Όπως δεν θα μπορούσε να υπάρξει σε κενό αέρος και η Μυσταγωγία της Ποίησης.

Κι όλη η σοφία, που ανατρέπει την παραπάνω εξωτερική ανισότητα του αγώνα κατάκτησης,  συμπυκνώνεται στο τελευταίο δίστιχο, κατακλείδα/ συμπέρασμα: τελικά η Ποθητή Αγάπη (κατ’ επέκταση η Δημιουργία) είναι η μαγική εξίσωση: Η Μυσταγωγία ΣΟΥ = Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΟΥ!!!   



Η ΜΟΥΣΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
στου θεϊκού του Ολύμπου απάνω την φωτόλουστη κορφή
εκεί που του ήλιου η αγάπη σκαλίζει ολόλαμπρο θρονί
λευκοντυμένη κόρη στέκεται, ολόχρυσο κρατώντας στέμμα

με αγωνία τα μάτια της ολάνοιχτα πλανώνται στις πλαγιές
εκεί που νύχτα μέρα των ποιητών αχνοφέγγουνε οι σκιές
που αδέξια σκαρφαλώνουν έχοντας στην κορυφή το βλέμμα

κι όσοι ακούραστοι κατόρθωμα τρανό κι ακέραιο κατακτούν
χαριτωμένα υποκλίνονται μπροστά της και το στέμμα απαιτούν
όμως αυτή με χέρι τρυφερό την κεφαλή τους απαλά ακουμπά

-καϋμένοι εσείς, μην έρχεστε σ’ εμένα με ρούχα και στολίδια
νομίζετε ποιήματα πως γράφετε, μα σαν βρέφη παίζετε παιχνίδια
λέτε πως νιώθετε, μα το μελάνι σας, ξεθωριασμένο, σας γελά

βλέπω το στόμα σας βαμμένο απ’ τ’ ωραίο φαϊ και το γλυκό πιοτό
στο αίμα σας κυλούν γοργά, σας θρέφουνε στρωμένο ριζικό
σφιχτή είν’ η σάρκα σας, που ανέμελη αναπαύεται σ’ ωραία κλίνη

οι μέρες σας σεργιανούν νωθρές κι ο καιρός σας κυλάει γλυκαμένος
στο ρούχο σας καλοραμμένος ο Θεός σας,  βολικός και βολεμένος
τα λόγια σας, άλαλα πουλιά κι άψυχα κορμιά, αστέρια δίχως φως

κοντά μου ας έρθει εκείνος ο γυμνός, ο κατακουρασμένος
θλιβερά πού ΄χει στον Άδη ποντιστεί, ο κατασπαραγμένος
αυτός, που τη λαχτάρα για ζωή την έχει στο πετσί του νιώσει
μα που η ίδια του η ζωή άξαφνα και σκληρά έχει προδώσει
πού ΄χει πολλές φορές φαρμακωθεί ως μέσα στο μεδούλι
που το  πλοίο της καρδιάς του από νωρίς το εγκαταλείψαν όλοι
ο πεθαμένος από έρωτα, ο για λευτεριά ακριβή σφαγμένος
αυτός, που αγάπη πλέρια λαχταρά και που ζει καταραμένος
που πνίγηκε στη λάσπη κι ολόρθος καταλάμπει λερωμένος
εκείνος, που μπήκε στη φωτιά και που στο σίδερο μπηγμένος
ο ίδιος του το θέλει να ματώνει, για να νιώσει ως το τέλος
πόσο γλυκειά είν’ επιτέλους ή ζωή που με βέλος τον καρφώνει
πόση αγάπη κρύβει ο σταυρός που στον ώμο του σηκώνει
εκείνος, που λέξεις μανιασμένες από έρωτα και θάνατο διατάζει
και στο λευκό χαρτί και στο νερό και στον αέρα τις χαράζει
που με το αίμα της καρδιάς του την κατάξερη τη γη ποτίζει
και με τα πικρά του δάκρυα το δέντρο της ζωής το πρασινίζει
αυτός το στέμμα θα φορέσει, ο σαλεμένος ασκητής, ο ποιητής
αυτός τα δάχτυλά μου θα ξεσφίξει, ο άγιος της ζωής προσκυνητής
[Σοφία Πόταρη-Ταϋγέτη, από τα Ανέκδοτα ποιήματά της]


Όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Εδώ κτερίσματα στίχων από ποιήματα της Σοφίας Πόταρη-Ταϋγέτη από τις συλλογές της ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ σε ΜΕΛΙ και ΑΣΦΟΔΕΛΟΙ και ΚΥΠΑΡΙΣΣΟΙ, αντιγραφή και επικόλληση από το ιστολόγιο της Φίλτρα μοι θελκτήρια Έρωτος   
Δεσμώτης στον Ίλιγγο Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα -  κ ART ά SOS  


Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: