ΤΥΛΙΓΕΣΑΙ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΥΔΙΑ ΤΡΑΒΑΣ ΦΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΕΝΑΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ (ο χρόνος κατακάθισε σαν κτίριο κίτρινο παλιάς βιομηχανίας):

Έτσι με τα μάτια σάπιο κρέας που είχαμε αφήναμε το φως να μπει λιγάκι και τα βουνά χτυπούσαν από μέσα τις κόρες των ματιών που ξάφνου ανάβουν, ήλιο στον ήλιο, δύση ανατολή ταυτόχρονα και να μετατοπίζεσαι να αλλάξουν τα νεκρά τα ζωντανά του κόσμου. Και είσαι εσύ που με ανάβεις άνθρωπο και απλώνεις τις πλατείες λευκές κατάλευκες και να τα καιν τα μάτια καρφίτσες μες τα κρέατα να ρέουν τα αίματα ποτάμια να ξεπρήζεσαι να αδειάζεις να γεμίζεις τη μία εσύ, άλλοτε εδώ τώρα εσύ, άρα εγώ να σκάω –στόλισμα;- στο τίποτα στη γλίτσα μες στην βδέλλα [ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΠΙΟ ΚΡΕΑΣ από τη συλλογή του Πέτρου Γκολίτση ΣΚΑΖΟΝΤΑΣ ΚΡΕΑΣ, εκδόσεις θράκα 2017, ART by Micosch Holland]


ΣΩΜΑ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΣΩΜΑ
Το κάθε σώμα μου με αφήνει ζωντανό
να περιμένω το επόμενο
σώμα
τραγουδώ
στον χωροχρόνο
στην κάθε στάση
στο φωτεινό που εξισορρόπησε
το τόσο μαύρο που καταπίνοντας κοχλάζει
«μην είσαι πίδακας
που σχίζει κεραυνώνοντας;»
«μην είσαι φάσμα
που μπολιάστηκε στο θαύμα;»
και τώρα σέρνομαι σε κόσμους που αγνοώ
και όλο αλλάζουν
Λουλούδι-αιδοίο
που μου ανοίχτηκες
και πλέον πλέω στα υγρά σου κολυμπώντας
χουφτώνοντας
τον λίγο χρόνο που μου δόθηκε
κρατιέμαι από τη σάρκα μου
από την κίνηση της γνάθου
που σφάζει το ελάφι
και περιστρέφει τ’ άστρα

Κι αν απ’ τα υγρά μου κάποτε με ελάφρυνες
ή από τον ιδρώτα μου
στο νεκροκρέβατό μου;
από τα σκέλη σου με μιας με τράβηξες
ως νεογέννητο στο θάνατό μου

Ένα χάσμα που σκάζει κρέας ο ουρανός. Νεκρά λουλούδια φυτρώνουν ανάποδα σαν παπαρούνες. Στο τσιγκέλι του χρόνου τ’ άστρα υπογλώσσια κοπάδια αφρίζουν

ΑΝΑΛΗΨΗ
Μα τόση δα ανάληψη στο στόμα
να μαραίνεται
συνέχεια εκεί
με τους ανέμους να πηγαίνεις

Αν ήξερα, θα μίλαγα
θα πήγαινα
το στόμα του θα το άνθιζα
και με σεντόνι θα τον έπνιγα
θα ξεγεννούσα την ψυχή μου
μες στο άσπρο

Φυσά γλυκά ο αέρας στις κλειδώσεις και πέφτουν πόρτες ξύλινες παλιές από ψηλά βγάζουν ξανά εδώ που ήμασταν

ΕΠΙΠΛΕΟΝΤΑΣ
Ανάσκελα επιπλέω στον χωροχρόνο
αφημένος στο νερό κοιτάζω
το γαλάζιο του ουρανού που με σκεπάζει
μες το φως πώς ανασαίνω
ζυγίζοντας το βλέμμα επιμένω
στο πλάι το νερό που κυματίζει
το παν με μιας να σβήνει
και εγώ να υποθέτω πως συμβαίνω
σφηνωμένος στο βέλος που αλλοιώνει
σχίζοντας τον χρόνο ανανεώνει
το α2+2αβ… το φ, το θήτα
το φτύμα-ντύμα μιας πέτσας που εξέχει
πώς βρέθηκα εντός αυτής της τρύπας;
που με εμπεριέχει
και όμως βγαίνω
πάλι και πάλι απ’ το αιδοίο
όπως κάποιος που κρατάει την ανάσα
και λίγο προτού σκάσει
πετάγεται έξω απ’ το νερό φωνάζει:
«αέρα, αέρα…»
στον αέρα είναι η ασφυξία μου
το τέλος μου στην πέτρα

ΔΕΝΤΡΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ
Μέτρα που σε σμιλεύουν έως τη δύση
ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΟΥ;  ΓΙΑΤΙ ΕΙΣΑΙ ΘΛΙΜΕΝΗ;  Θα ’ρθω με τα παιδιά μου να παίξουμε να κυλιστούμε στο χώμα σου να σφάξουμε ζώα βαθιά μες τις ρίζες σου βαθύ κόκκινο αίμα να σου δώσουμε να ετοιμαστούμε από κοινού για τα μελλούμενα που δεν θα μας εμπεριέχουν ΣΕ ΕΝΑ ΔΕΝΔΡΟ από τη συλλογή του Πέτρου Γκολίτση ΣΚΑΖΟΝΤΑΣ ΚΡΕΑΣ  
Ταδε Έφη Κάρμα Deep Punctum κ ART ά SOS (από Κάρτας και Τάσος)


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: