ΝΑ ΘΕΛΩ ΚΙ ΑΛΛΟ ΚΙ ΑΛΛΟ ΑΚΟΜΗ ΚΙ ΕΣΥ ΝΑ ΜΗ ΜΟΥ ΔΙΝΕΙΣ:

«Η Σιωπή είναι μια άγνωστη που έρχεται τη νύχτα. Ανεβαίνει τη σκάλα χωρίς ν’ ακούγονται πατήματα, μπαίνει στην κάμαρα και κάθεται στο κρεβάτι μου. Μου φοράει το δαχτυλίδι της και με φιλεί στο στόμα. Τη γδύνω. Μου δίνει τότε τις βελόνες και τα τρία χρώματα: το κόκκινο, το μαύρο και το κίτρινο. Κι αρχίζω να κεντάω πάνω στο δέρμα της όλα όσα δε σου είπα και ποτέ πια δε θα σου πω!..» Αυτή την ιστορία έπλασε για τη ΣΙΩΠΗ, αγαπημένη των Ποιητών, ο Γιώργης Παυλόπουλος και καθώς στο γαλάζιο ουρανό της ποιητικής μας ηλικίας πάντα θα αναδύονται Ωραία Ποιήματα, με όλη τη Δύναμη των Λέξεων τους θα ορκιζόμαστε πίστη στα μυστικά και φανερά σημαινόμενα τους ξέροντας καλά ότι είναι ένα ΜΑΡΤΥΡΙΟ η προσήλωσή μας σ’ αυτά, όπως το λέει στο αμέσως επόμενο ποίημα της ίδιας συλλογής: «Σήκωσα το σεντόνι κι ήταν πάλι γυμνή στο πλάι μου και πριν χαθεί γύρισα να την κοιτάξω και μη με κοιτάζεις μου είπε δεν είμαι το σώμα που αγάπησες αλλά εκείνο που θέλεις να θυμάσαι κι εκείνο που δεν μπορείς να θυμηθείς κι εκείνο που νομίζεις πως θυμάσαι»!.. – ΣΙΩΠΗ και ΜΑΡΤΥΡΙΟ από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ, εκδόσεις Νεφέλη 1997 - τίτλος της ανάρτησης ένα   από τα ΤΡΑΝΤΑΤΡΙΑ χαϊκού του ίδιου ποιητή – κι άλλα ερωτικά ποιήματά του με ΚΛΙΚ στην εικόνα -  ART by igor zenin art photography)



Η ΑΝΘΕΙΑ
Ήταν η Φαμπιόλα η Κολομβιάνα στην Καρθαγένη
και η Κάρμεν η φωτιά στο Σαλβατόρ
και η φτωχή Αλίσια στην Περέιτα.
Ήταν η Ηραχίλντα το μανεκέν στο Σάντος
και στο Μπουένος Άιρες η Ρίτα η χορεύτρια
και στο Πουέρτο Μοντ η Γκλόρια η Χιλιανή.
Ήταν η Ρεγγίνα στο Ρίο ντε Τζανέιρο
και η Τουρκάλα η Οιά στη Σμύρνη
και στο Ταγάρ της Σενεγάλης μια μαύρη Μαριάννα.

Όλες ωραίες μες τη νύχτα.

Μα το μυαλό μου εμένα δεν ξεκόλλαγε
από την Άνθεια
από τα μάτια και το σώμα της Άνθειας.
(από τη συλλογή ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ)

ΤΑ ΠΕΠΛΑ
Όλη τη νύχτα χόρευε
τώρα κοιμόταν
πάνω στο πάτωμα γυμνή.
Από το ανοιχτό παράθυρο
ένας αέρας έπαιρνε τα πέπλα της
τ’ ανέβαζε στον ουρανό
και τ’ άφηνε να πέσουν
στη θάλασσα που ταξιδεύαμε
(από τη συλλογή ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ)

ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ
Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω
Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;
Αυτό κι’ αν το μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;
Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.
(από τη συλλογή ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ)

Η ΜΝΗΜΗ
Η μνήμη πεταλούδα
πάνω στον καθρέφτη
δεν ξέρει αν κοιτάζει
το είδωλό της ή μιαν άλλη
όμοια πεταλούδα
(από τη συλλογή ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ)

ΘΕΩΡΗΜΑ
Το ένα ήταν όνειρο μιας γυναίκας
το άλλο ήταν όνειρο ενός άνδρα.
Μια νύχτα μπήκαν σε μια κάμαρα
και γδύθηκαν κι αγαπήθηκαν πολύ
και σε σμίξανε για πάντα σ’ ένα όνειρο.
Τώρα όμως δεν το έβλεπαν
μήτε η γυναίκα μήτε ο άνδρας
επειδή κι οι δυο μαζί
δεν μπορούσαν πια να δουν
το ίδιο όνειρο.
Μπορούσαν μόνο να το φανταστούν
αγκαλιασμένοι στο σκοτάδι.
(από τη συλλογή ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ)

ΟΙ ΑΓΡΑΦΟΙ ΣΤΙΧΟΙ
Τα λόγια που έλεγε
στις ωραίες γυναίκες
έμοιαζαν με ποιήματα
που δεν τα έγραψε ποτέ.

Οι άγραφοι στίχοι του
σπανίως τις άγγιζαν.

Μα σαν περάσουν τα χρόνια
θα τους θυμηθούν – το ήξερε
και γριούλες πια
θα λένε πως κάποτε
υπήρξαν κι αυτές ωραίες.
(από τη συλλογή ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ)

ΓΙΑ ΚΕΙΝΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΡΘΕ ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΩΝ
Πού ανεβαίνω και τι γυρεύω
πάνω σ’ αυτό το τρομερό βουνό

Όσο κι αν κράτησα καθαρή την ψυχή μου
ποτέ δεν θα φτάσω στην άσπιλη κορφή
εκεί που σμίγουν η φωτιά με το χιόνι.

Κάτω η θάλασσα με τα λουλούδια της
η γη με τα φρούτα και τα πουλιά της
και πάνω το ποτάμι τ’ ουρανού γεμάτο ψάρια
έχουν τώρα χαθεί.

Βρέχει αιώνια στάχτη και τίποτα δεν βλέπω πια.
Όλη μου η γνώση είναι άχρηστη.
Εκείνο μόνο που μου έμεινε
είναι η αγάπη μου για Σένα.
Κι Εσύ δεν είσαι εδώ να μου κρατάς το χέρι
(από τη συλλογή ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ)

ΑΝ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΠΕΙ ΤΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ, ΓΙΑΤΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ και ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΟ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ, ΔΕΝ ΘΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΓΕ:
Δεν είναι εύκολο να γράψει κανείς σήμερα ερωτικά ποιήματα. Σε μιαν εποχή κατά τη διάρκεια της οποίας η ποίηση έχει δοκιμάσει σχεδόν τα πάντα, ποια είναι η θέση που μπορεί να διεκδικήσει στις προσπάθειές της ένα πανάρχαιο λυρικό ζήτημα όπως ο έρωτας; Ο Γιώργης Παυλόπουλος λύνει το πρόβλημα ευθύς εξαρχής. Αντί να καταφύγει σε παρακαμπτήριες οδούς και να αρχίσει να διαγράφει ατέλειωτους κύκλους γύρω από το θέμα του, αναβάλλοντας συνεχώς την ανάπτυξή του, πηγαίνει κατευθείαν επάνω του -κυριολεκτικώς κατακέφαλα (θέτοντας τα σωστά ερωτήματα):  Πώς τινάζεται η καρδιά μπροστά στο εξαίσιο όραμα μιας γυναικείας μορφής;  Πώς ελέγχεται ο πόθος όταν ολόκληρο το κορμί βυθίζεται στην άβυσσο της επιθυμίας;  Πώς γλιτώνει ο ερωτευμένος από την τυραννία των αναμνήσεων, που μπορεί να τον κυνηγούν επί δεκαετίες;  Πώς αντέχεται η μοναξιά όταν έχεις ζήσει μέσα στο φως και την έκσταση;  Πώς προδίδει ο χρόνος και τις μεγαλύτερες υποσχέσεις;  Πώς το όνειρο γίνεται κάποτε ισχυρότερο από την πραγματικότητα; Πώς παραιτείται η ώριμη ηλικία από το δικαίωμα στην αγάπη; Ο ποιητής δεν βάζει, βεβαίως, τα ερωτήματα για να τα απαντήσει, αλλά για να τα αφήσει να πλανηθούν μετέωρα στην καρδιά και τη συνείδησή μας, χωρίς να καταλήξουν ποτέ πουθενά  [ΣΧΟΛΙΑ του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου για την λεγόμενη ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ με οδηγό επιλεγμένα παραδείγματα ερωτικών ποιημάτων  από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ – με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο]

Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ
Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της
κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι
στην όψη της χορεύουν φλόγες
από την Κόλαση του Δάντη.
Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές
την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι
μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί
χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.
Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί
με μια κιθάρα και δισάκι
διαβάζει κάτω από τις γέφυρες
Βιγιόν και Καρυωτάκη.
Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά
το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.
Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση
όλους να μας θηλάζει.
Κόβει με όνειρο τις φλέβες της
για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες
για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός
οι μαστροποί κι οι κλέφτες.
Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων
με του διαβόλου τ’ αντικλείδια
κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα
και τα πετάει στα σκουπίδια.
Κάποτε κλαίει σαν παιδί
χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου
κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα
ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.
Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική
με δέος, ηδονή και τρόμο
στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται
χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.
Την ποθούν, μα τους περιφρονεί
τους δήθεν εραστές του απολύτου
το γκόλφι της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή
για ένα πικρό φιλί του.
Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
τα παίζει όλα, η θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.
Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.
Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της
σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν πριονοκορδέλα
πηδάει τους τάφους των ονείρων μου
τ’ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.
Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.
Και μ’ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.

(από τη συλλογή ΠΟΥ  ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΔΩ ΣΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΟΥ ΠΟΣΟΝ ΑΓΑΠΑΣ (ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο)

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: