ΠΩΣ ΓΥΡΙΣΕ ΑΡΑΓΕ ΑΝΑΠΟΔΑ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΚΑΙ Ο,ΤΙ ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΜΑΣ ΧΑΔΙ ΑΠΑΝΘΡΑΚΩΝΕΤΑΙ Σ’ ΑΟΡΑΤΗ ΑΣΤΡΑΠΗ;

Μην προσκυνάτε τα είδωλα. Είναι μοιραίο αμάρτημα η γλωσσολατρία. Όμως χιλιάδες κυβικά στη λέξη θάλασσα δεν λιώνουν το άλας, ενώ πιο αίλουρο το έαρ κρύπτεται πότε στα ρεύματα του αέρα πότε στα νερά. Η χάρη των ελληνικών που αυτόματα μ’ ένα μειλίχιο «Μη» κρατούν κλειστά τα Μυστικά. Μ’ ένα μονάχα «Ταυ» (Λειψό σταυρό) τους τάφους. Και βέβαια, θα προσέξατε: πώς σβήνει ο Άγριος Ίμερος – Ποτάμι πόθου εκβάλλοντας στο ανεστραμμένο Δέλτα των Δεσποινίδων. [ΑΓΡΙΟΣ ΙΜΕΡΟΣ από τη συλλογή του Αντώνη Φωστιέρη ΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ, εκδόσεις Καστανιώτη 2013]




ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ
κἄν τρισχίλια ἔτη βιώσεσθαι μέλλῃς … ὅμως μέμνησο ὅτι οὐδείς ἄλλον ἀποβάλλει βίον ἤ τοῦτον ον ζη – Μάρκος Αυρήλιος]
«Κι αν πρόκειται να ζήσεις τρεις χιλιάδες χρόνια
Ή ακόμα και τριάντα εκατομμύρια
Θυμήσου πάντως
Πως κανείς δεν χάνει άλλη ζωή
Από αυτήν που ζει. Άρα,
Τι μέγιστο τι ελάχιστο, το ίδιο κάνει.
Αφού για όλους είναι ίσο το παρόν
Ίδιο θα είναι συνεπώς αυτό που χάνουμε:
Το στιγμιαίο.
Δεν γίνεται να χάσουν ούτε παρελθόν
Ούτε και μέλλον. Άλλωστε
Πώς θα γινότανε να χάσουν κάτι
Αν δεν το έχουν;
Θυμήσου: όλα ομοειδή και ανακυκλούμενα
Καμιά σπουδαία διαφορά
Τι να τα βλέπεις γύρω σου εκατό διακόσια χρόνια
Τι κι αν το τέλος των καιρών
Τα ίδια, ίδια πάντα. Ο άνθρωπος
Είτε υπέργηρος
Είτε νεαρός αναχωρεί
Για κείνον ίση ακριβώς η απώλεια.
Το ξαναλέω, κανείς δεν δύναται
Να χάσει ό,τι δεν έχει.
Το μόνο που ο καθένας έχει τώρα είναι το Τώρα
Αυτό του δόθηκε, αυτό θα στερηθεί»

Αναρωτιέμαι. Τούτο το κατεβατό
Μοιάζει με ποίημα;
Χωρίς μια στάλα λυρισμού; Αδύνατον.
Αφού κι εμένα ακόμα που το έγραψα
Πριν δεκαοχτώ αιώνες
-Θραύσμα στοχασμού
Ή στωικό παράγγελμα
Εις εαυτόν ας πούμε –
Καθόλου δεν μου πέρασε απ’ τον νου
Πως θα μπορούσε κάποτε
Να συγκινήσει ως ποίημα.

Εξ άλλου, εκ πεποιθήσεως,
Ελάχιστα με συγκινεί η συγκίνηση.

Ούτε η ποίηση ταιριάζει
Σε άνθρωπο της δράσης.

Πολλώ δε μάλλον σε αυτοκράτορα
Της κραταιάς.
                             Μάρκος Αυρήλιος

Σαν τους ποιητές που με χαρτί για σάβανο κηδεύουνε σε κάθε λέξη έναν απόμακρο εαυτό, ένας ξένο

Η ΦΛΟΓΑ ΤΗ ΑΦΗΣ
Τον Μίδα σκέφτομαι βεβαίως. Όπως εσείς.
Το ακόρεστο χρυσάφι που ανθράκευε
Κάθε του άγγιγμα. Ύστερα λέω:
Πώς γύρισα άραγε ανάποδα το θαύμα
Και ό,τι δέχεται το ελάχιστό μας χάδι
Απανθρακώνεται
Σ’ αόρατη αστραπή;
Δεν έχω απάντηση.
Κι ας βλέπω γύρω τους καπνούς
Να εκτυλίσσονται
Σαν ρητορεία μυθεύματος
Περί των εγκοσμίων.
Θωπείας θυμίαμα
Ή το εξώτερον
Που με ανταύγειες χρυσαφιές
Τώρα μηδίζει αγγέλλοντας
Τα ερεβώδη.
Καύση των ζώντων.
Και στρεβλή ετυμολογία
Που όμως λέγει τ’ αληθή
Το άνω θρώσκω.
Σ’ αυτή την τελετή
Μείνε νηφάλιος:

Το δέρμα σου
Κρησφύγετο αφύλαχτο

Στης φλόγας
Την τρεμάμενη
Αφή.

Ακούω τη θάλασσα. Ή μάλλον προσπαθώ. Ωραία που είναι, αληθινή. Σαν ψέμα!..

ΠΕΝΤΕ ΖΩΓΡΑΦΟΙ
Αν ήσουν αδαής, θα υπέθετες
Πως είναι υπάλληλοι γραφείου. Άχρωμοι
Σε μια γωνιά εστιατορίου μηρυκάζουνε
Τις τρέχουσες κοινοτοπίες. Τίποτα
Στα λόγια ή τις κινήσεις τους
Δεν μαρτυράει το άγγιγμα της Τέχνης.
Τίποτα
Εκτός, νομίζω, απ’ το μειδίαμα
Κι από το βλέμμα το απλανές
Του γηραιότερου:
Απόψε πριν τρεις ώρες ολοκλήρωσε
Την πιο λαμπρή του σύνθεση. Το ξέρει
Πως μάλλον θα ’ναι ο κολοφώνας του έργου του
Τώρα που ο χρόνος τον στριμώχνει από παντού.
Δεν βγάζει άχνα. Μόνο ακούει. Σκέφτεται
Την αίθουσα των αγκαινίων
Τα σχόλια των ομοτέχνων το ένθερμο
Αλλά αφελές εγκώμιο του κοινού.
Τον στέφανο της κριτικής. Κι αργότερα
Διατριβές μονογραφίες λευκώματα
Μα πιο μακριά
Έναν περίοπτο τοίχο του μουσείου. Σκέφτεται
-Χορτάτος απ’ το μέλλον που άφησε-
Πως κάποιοι κάποτε μπορεί να εικάσουνε
Με πόση έξαψη αχαλίνωτη θα γιόρτασε
Το βράδυ αυτό τον θρίαμβο
Της τελευταίας πινελιάς.
Με πόση εύγλωττη ευφορία θ’ ανέλυε
Προθέσεις κι επιτεύγματα
Στους φίλους
Που θ’ ακούγανε όλο δέος.

Προθέσεις κι επιτεύγματα της Τέχνης. Όχι άχρωμα
Κουτσομπολιά και πληκτικές κοινοτοπίες –
Καθώς αρέσκονται
Ηδονικά να μηρυκάζουν
Οι αδαείς.

Μες στα σαγόνια ενός αμφίσημου χρησμού: η πρώτη ύλη της ψυχής θα ’ναι το σώμα. Στον Άδη αυτόν του επάνω κόσμου

ΠΡΩΙΜΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Τώρα 
Που ακόμα δεν εσήμανε αναχώρηση
Κι όλοι στην πλήξη της ημέρας
Ή στην τύρβη μας
Τώρα η καλλίτερη στιγμή
Ν’ αποχαιρετιστούμε.
Χωρίς τον πανικό του κατεπείγοντος
Την υστερία της σειρήνας που παγώνει.

Αντίο λοιπόν
Ήδη από του δρόμου τα μισά
(Αφού η μέση του άγνωστου είναι το άγνωστο)
Κι ας μένει άγνωστο αν στο απώτερο ξανά
Θα γνωριστούμε.

Ωστόσο αύριο
Που με δάκρυα νωπά
Στα ίδια μέρη θα σας βρω
Αιφνίδια
Οι στεναγμοί του χωρισμού
Θα γίνουνε
Κλαυθμοί και γέλωτες
Γλυκείας επιστροφής

Της πιο ταχείας
Πιο γλυκείας επιστροφής:

Πριν χωριστούμε.

‘Άλλο η μελίρρυτη ρητορική του έρωτα κι άλλο να προελαύνεις έφιππος στα ξένα σώματα: τι απαλή χρυσόσκονη αφθαρσίας πάνω στα πράγματα οι ονομασίες… Και ξαφνικά εξατμίστηκε σε λέξεις. Πάρτε μια πρόγευση της αιωνίου ζωής:

ΑΣΩΜΑΤΑ ΣΑΝ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕ ΤΑ ΕΞΑΠΤΕΡΥΓΑ των φθόγγων ίπτανται στων ονομάτων τους το μνήμα λιώνοντας, κουφάρια λείψανα του αληθινού αθάνατα – ως την συντέλεια των καιρών αθάνατα, από τη βάφτισή τους κιόλας πεθαμένα!..  Σαν να μην έχει ο κόσμος μάτια στα πασίδηλα, μόνο αυτιά για να πιστεύει. Τέτοια αντίφαση. Το θάρρος να είσαι δειλός. Το λυσσασμένο αχόρταγο σκυλί ο χρόνος γλείφοντας τα κόκαλά μας.  Τι αφειδές νομισματοκοπείο η φύση. Να γίνεις πάλι αγέννητος. Ο μόνος παράδεισος είναι αυτός: ο χαμένος. Τόσο βιβλία να μην μπορόυν να διδάξουν την άγνοια. Το μόνο παγκόσμιο νόμισμα, ο χρόνος. Κι η γλώσσα ένα ψαράκι έντρομο πιασμένο από το δίχτυ των δοντιών.  Εκατομμύρια οι μαστοί που στάζουνε να λάμπει στο στερέωμα το γάλα. Από στόμα σε στόμα, ο έρωτας επιχείλιος έρπει.. Αράζοντας σε κόλπους κοριτσιών. Το ραγισμένο βάζο του προσώπου της και τα’ αδεινά σακούλια των βυζιών της. Ένα μύδι ανοιχτό ανάμεσα στα πόδια  
[σκόρπιοι στίχοι από τα ΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ Αντώνη Φωστέρη]
Ταδε Έφη Κάρμα Deep Punctum κ ART ά SOS (από Κάρτας και Τάσος)


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΔΩ ΣΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΟΥ ΠΟΣΟΝ ΑΓΑΠΑΣ (ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο)

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: