ΤΟ ΣΩΜΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗ ΛΗΓΟΥΣΑ (υπερ)ΤΟΝΙΖΕΤΑΙ (το Ποίημα αυτό που ζω δεν θα τελειώσει με λέξεις):

Η Σελήνη εκπυρσοκρότησε στα χέρια μου αφήνοντάς με σε ολική έκλειψη αφής, ανήμπορο να αναγνωρίσω το ίδιο μου το σώμα. Από τότε περισυλλέγω τα επιζήσαντα τραύματά μου, συντρίμμια μιας λάμψης που ήρθε από μακριά…
Προσπάθησα να κάνω το χαρτί να σ’ αγαπήσει όπως εγώ ή έστω να σ’ ανεχθεί!.. Όμως αυτό αντιδρούσε. Σε απέρριψε σαν ασύμβατο μόσχευμα. Ήξερε ότι αν έρθεις αυτό θα πεθάνει και θα γίνει ζωή!..Αμήχανοι εκ γενετής!.. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε το στόμα και τα χέρια μας και καπνίζουμε τον ένα φόβο πάνω στον άλλο. Δεν ξέρουμε να μιλάμε και να γράφουμε και χρησιμοποιούμε την ποίηση, αυτή τη διάλεκτο των νεκρών κάνοντας σήματα καπνού στο πουθενά!.. Δεν ξέρουμε να φιλάμε και ν’ αγγίζουμε κι έγινε η αγάπη στάχτη που τίναξε απ’ τα ρούχα του ο Θεός!..  [ΕΚΠΥΡΣΟΚΡΟΤΗΣΗ, ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΜΟΣΧΕΥΜΑΤΟΣ και ΑΜΗΧΑΝΟΙ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ, τρία ποιήματα σ’ ένα από τη συλλογή του Θωμά Ιωάννου ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 16, εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2011 – ART by Victor Arwas
]




ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ…
Τα μάτια σου δυο ερωτηματικά
Δάκρυα που μουντζουρώνουν
Όλες τις απαντήσεις της ιστορίας

Και μια κηλίδα που απλώνει πια
Μέλλον που πάνω του δεν πιάνει
Ούτε μελάνι ούτε καν αίμα
Κι άλλα υλικά δεν μάθαμε
Και κανείς μας δεν μπορεί
Στα χέρια του να το κρατήσει
Χωρίς να λερωθεί

Άσε τα μάτια σου άνω τελείες
Και μη βιαστείς προς το οριστικό
Προς το συντελεσμένο
ακόμα να ξεπλύνουμε τα χέρια μας
Από το αόριστο

Άσε με να πλησιάσω προς το φως
Με τη βραδυπορία του ανθρώπου
Που το στερήθηκε για χρόνια
Και τώρα που το ξαναβρήκε τον τυφλώνει
Κι αργεί να συνηθίσει
Ή ίσως αντιστέκεται
Γιατί στο βάθος ξέρει πως κάθε φως
Δεν είναι παρά μια προαγγελία σκότους

Μη με κοιτάς λοιπόν απόψε που
Δεν σηκώνει βλέμμα το βλέμμα μου
Μην ελπίζεις πως αργά ή γρήγορα
Τα σημεία τύψεως θα υποχωρήσουν
Για να γραφεί απ’ την αρχή ο λόγος
Θα υποστούμε το βλέμμα μας
Ξέρει καλά αυτό που πονά το σώμα
Και δε θα του χαριστεί

Όσο κι αν επιχειρήσουμε να το στρέψουμε αλλού
Να ζευγαρώσει φτιάχνοντας μια γέφυρα
Που να απορροφά τους κραδασμούς
Εν τέλει θα απομείνει μια διαρκής αιώρηση
Να μας θυμίζει το επισφαλές της κάθε κατασκευής

Και καθώς απομακρύνεσαι
Αφήνοντας πίσω σου τη γέφυρα
Να δονείται ακόμα από το πέρασμά σου
Έξαλλη να ταλαντώνεται στα όρια θραύσης της
Τα μάτια σου ίσα που διακρίνονται
Τρεις τελείες
Που αφήνουν ανοιχτά
Όλα τα ενδεχόμενα θανάτου

ΥΨΗΛΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
Εξασκείσαι σε νέες μεθόδους
Αντισύλληψης

Αρνείσαι να δεχθείς
Το σπέρμα της δημιουργίας μου
Μου λες να αυνανιστώ
Ή μου ζητάς έστω εγκαίρως
Να αποσυρθώ
Να συρθώ
Σ’ ένα τέλος ανέστιο

Αρνείσαι
Να κυοφορήσεις το ποίημά μου
Τα ποιήματα είναι κυήματα
Υψηλού κινδύνου
Φοβάσαι ότι θα γεννηθεί τέρας
Σου αρκεί η ηδονή της πράξης
Αλλά στα δύσκολα κωλώνεις

Δεν το αντέχεις
Να μεγαλώσεις ένα παιδί
Που θα το κοροϊδεύουν στο σχολείο
Ένα παιδί αδέξιο
Και καθυστερημένο

ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ
Ανοιγοκλείνεις τα μάτια
Υψώνοντας κύματα
Στο βλέμμα σου
Τρομάζοντας τις λέξεις μου

Δακρύζεις
Και πνίγονται τα λόγια μου
Αβοήθητα
Μεσοπέλαγα του τώρα

Μπάζει νερά το χθες
Κι ούτε μια ξέρα μέλλοντος
Στον ορίζοντα

Έστω μια ελπίδα ναυαγίου
Μια στεριά να ξεβραστούν
Τα κουφάρια όσων πιστέψαμε

Και ξέμειναν από δυνάμεις
Στα μισά της νιότης

ΜΕΛΛΟΖΩΝΤΑΝΟΣ
Αρνήθηκα να παραδοθώ
Να σηκώσω ψηλά τα χέρια
Σ’ αυτό που λένε ζωή

Δεν άφηνα να πέσει κάτω
Ούτε μια λέξη
Έτοιμος πάντα για καβγά
Όπλιζα τα κοντόκαννα λόγια μου
Μήπως κάποτε σημαδέψουν σωστά

Όμως τα λόγια ποτέ δεν βρίσκουν στόχο
Ξώφαλτσα περνούν απ’ τις ψυχές
Οι πράξεις είναι που σκοτώνουν
Αυτές δεν ξέρουν από γράμματα
Όμως ποτέ δεν κάνουν λάθος πτώση
Οι πράξεις είναι πάντα ευθύβολες
Αρκεί να πέσουν σε χέρια αποφασισμένα

Εσύ όμως περίμενες
Άλλοι να ανοίξουν πυρ
Απροετοίμαστος συλλαμβάνεσαι
Με κατάλοιπα  πυρίτιδας στα δάχτυλα

Ίχνη μιας γραφής που στράφηκε εναντίον σου
Που δε θα πυροδοτήσει ποτέ
Μια κατά ριπάς πραγματικότητα

Λίγο να διστάσεις
Και συνεχίζεις να ζεις
Διάτρητος από λάθη
Μελλοζώντανος
Που παρακαλεί να του δοθεί
Η χάρη να πεθάνει

Ή θα τον σκότωνα ή θα με σκότωνε, ήμουν σε νόμιμη άμυνα, είπε η Ποίηση για το νεκρό ποιητή!..

ΑΝ ΜΕΙΝΩ ΕΔΩ ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΘΩ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ ΚΑΘΑΡΟ ΑΠΟ την άνωση… ορισμένως κάποτε, όταν μπορέσω, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου: πια το ξέρεις κι εσύ, το έμαθες ότι για όλα φταίνε τα όνειρα. Αυτά φταίνε που δεν γίναμε παρά σκιές εκπρόθεσμες. Σκιές που θεριεύουν τις νύχτες και στο πρώτο φως της μέρας εξημερώνονται. Βασιλεύει το λαμπρό σκοτάδι τους και αποπνέουν ανθρώπινο όριο. Κι ένα λουρί περασμένο στο λαιμό τους να τις κρατάει εκπρόθεσμες, ένα λουρί ίσως το πιο πιστό φιλαράκι των υπαρκτών ανθρώπων. Ένα σκοινί να αιωρείσαι μεταξύ σκότους και φωτός και να είναι αυτή η αιώρηση ο οργασμός του τέλους…
ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΦΤΑΙΝΕ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ταδε Έφη Κάρμα Deep Punctum κ ART ά SOS (από Κάρτας και Τάσος)


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΔΩ ΣΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΟΥ ΠΟΣΟΝ ΑΓΑΠΑΣ (ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο)

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: