ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

«Αν ήξερε τι θα συνέβαινε μετά, θα είχε πάει κομμωτήριο και θα είχε αγοράσει ένα τολμηρό φόρεμα για να το βάλει για πρώτη φορά χθες, πριν πέσει στο κενό από τον εκατοστό τρίτο όροφο του τεράστιου ουρανοξύστη, καθώς προσπαθούσε να πιάσει ένα χαρτί που ο αέρας σήκωσε από το γραφείο της και το έσπρωξε προς τα έξω. Όταν βρέθηκε στο κενό, όλα προμήνυαν ένα αδιαμφισβήτητο στραπάτσο αλλά, στο ύψος του τεσσαρακοστού δευτέρου ορόφου, το σώμα της έπεσε στην αγκαλιά ενός θεόσταλτου νέου, εμφανίσιμου και γεροδεμένου που φορούσε εφαρμοστή στολή από μπλε και κόκκινη λύκρα και μια μπέρτα ασορτί, πολύ κομψή, που ανέμιζε όπως και το όμορφο μαύρο τσουλούφι του. Από εκεί και ύστερα, η κάθοδος ήταν μια απολαυστική βόλτα μέχρι που έφτασαν στο δρόμο, όπου εκείνος ο γόης την αποχαιρέτησε ευγενικά και πέταξε στα ύψη, αφού προηγουμένως της είπε πως σήμερα θα μπορούσαν να ξαναβρεθούν στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα. Και σήμερα εκείνη φοράει καινούριο φόρεμα, σκόπιμα επιλεγμένο, και φτιάχνεται επιμελώς για να πάει στο ραντεβού με τον μυστηριώδη σωτήρα της. Και τη συμφωνημένη ώρα ρίχνεται άφοβα από το παράθυρο του γραφείου της και αξιοποιεί την πτώση παράλληλα με την πρόσοψη του κτιρίου, για να βάλει τις τελευταίες πινελιές στο μακιγιάζ της. Αλλά αυτή τη φορά κανείς δεν την περιμένει μπροστά από τον τεσσαρακοστό δεύτερο όροφο. Και μόλις φτάνει στον δέκατο τέταρτο, πεπεισμένη ότι την έστησαν, αναγκάζεται να παραδεχτεί πως, αν είναι σκληρό και μόνο να πέσεις από ένα σύννεφο και να ακουμπήσεις με τα πόδια στο έδαφος, πιο σκληρό θα είναι να πρέπει να το κάνεις με το κεφάλι» (ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ του Πέδρο Ερέρο Pedro Herrero Amoros και με ΚΛΙΚ στην εικόνα ανοίγουν τα: ΔΕΣΙΜΑΤΑ του Rafael Linero, Ο ΑΓΓΕΛΟΣ του Χουάν Εδουάρδο, ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ της Καρόλα Άικιν, ΕΥΤΥΧΙΑ του Andres neuman, Η ΦΟΥΣΚΩΤΗ ΚΟΥΚΛΑ του Χαβιέρ Τομέο κι άλλες μικρές ιστορίες με επιμύθιο ή και χωρίς από την ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ Ισπανικού Ερωτικού Μικροδιηγήματος σε μετάφραση από τα ισπανικά στα ελληνικά του εργαστηρίου μετάφρασης μικροδιηγημάτων  του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου – ART by Fiona Watson Music of the Speres)


ΔΕΣΙΜΑΤΑ (μια ιστορία του Ραφαέλ Λινέρο (Rafael Linero):
Στην αρχή πρότεινε να δέσω τους καρπούς του με το καλσόν μου. Μετά ζήτησε χοντρά σχοινιά για να σφίξω γερά τα χέρια και τα πόδια του. Τέλος απαίτησε αλυσίδες για να ακινητοποιήσω κάθε μέρος του σώματός του. Μόνο τότε επέτρεπε να τον αγγίζω για να μπορέσουμε να κάνουμε έρωτα. Πάντα ήμουν διατεθειμένη να τον δέσω, εκείνος το ξέρει. Δεν υπάρχει κόμπος τόσο μπερδεμένος, που να μην μπορώ να κάνω, ούτε λουκέτο τόσο περίπλοκο, που να μην μπορώ να κλειδώσω. Δεν καταλαβαίνω γιατί τώρα, που τα δεσμά μου έχουν φτάσει σε τέτοιο επίπεδο τελειότητας, εκείνος δεν επιτρέπει να τον αγγίζω. Δεν υπάρχει σχοινί, ούτε αλυσίδα, δεν υπάρχει κόμπος, ούτε λουκέτο που να μπορεί να συγκριθεί με τα δεσίματα που έχω δημιουργήσει για εκείνον. Ο γάμος μας, η κορούλα μας και η παράξενη ασθένειά της, το στεγαστικό που μας πνίγει, η ζήλια μου και η κατάθλιψή μου. Έχω δημιουργήσει όλα αυτά τα δεσμά για εκείνον και όμως τώρα δεν θέλει ούτε καν να σκέφτεται το σεξ.

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ (μια ιστορία του Χουάν Εδουάρδο):
Η γυναίκα διέσχιζε τη μεγάλη πλατεία στο κέντρο της οποίας υψωνόταν ο στύλος που είχε στην κορυφή του ένα πελώριο άγαλμα, έναν άγγελο με απλωμένα τα φτερά που έμοιαζε έτοιμος να πετάξει. Η μοναχική γυναίκα κάθε πρωί έστρεφε επάνω του το γεμάτο θαυμασμό βλέμμα της, με το φόβο μήπως εξαφανιζόταν στους αέρηδες του φθινοπώρου ή στην ομίχλη της παγωνιάς και δεν τον έβλεπε πια· και παρόλο που ήξερε ότι για τον άγγελο εκείνη ήταν μονάχα μια μαύρη κουκίδα στην απεραντοσύνη της έρημης πλατείας, τον παρακαλούσε να τη συντροφεύει στη μακρά καθημερινή της διαδρομή. Και ήταν τέτοια η παραφορά της που ο άγγελος την άκουσε, ένοιωσε το επίμονο κάλεσμά της και μια μέρα κατέβηκε από το στύλο και κατευθύνθηκε προς εκείνη με διστακτικά βήματα. Στη θέα της γιγάντιας μορφής με τα ανοιγμένα φτερά, η γυναίκα αισθάνθηκε να γεννιέται μέσα της η ελπίδα για ανταπόκριση, αλλά με το που πλησίασε ο άγγελος, είδε ότι τα μάτια του ήταν κενά. Παρ’ όλα αυτά, εκείνη τον ρώτησε: «Θα έρθεις μαζί μου;» αλλά ο άγγελος αμφιταλαντεύτηκε, δεν απάντησε και μετά από λίγο επέστρεψε στη θέση του, ψηλά στο στύλο. Διαλύθηκε η φευγαλέα προσμονή του έρωτα: εκείνη ένοιωσε ότι η ζωή της τελείωνε και θέλησε να βυθιστεί στη γη μόλις κατάλαβε ότι δεν την είχε καν κοιτάξει, ότι ο άγγελος δεν είδε ποτέ την έκφραση του έρωτά της. Αλλά σκέφτηκε το εργασιακό 5 της καθήκον και το δρόμο που είχε να διανύσει, όπως κάθε μέρα, και το πήρε απόφαση να προχωρήσει. Ποτέ πια δεν θα αναζητούσε τον έρωτα, ούτε ο άγγελος θα κατέβαινε στο έδαφος. Οι μοναχικοί άνθρωποι διασχίζουν την απέραντη πλατεία αλλά κανείς προς εκείνον δεν υψώνει το βλέμμα του· γνωρίζουν ότι ο άγγελος που στέκει εκεί είναι τυφλός, ένας άγγελος μοναχικός όπως εκείνοι.

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (μια ιστορία της Καρόλα Άικιν (Carola Aikin):
«Πουλιά είναι μόνο, δεν πρέπει να φοβάσαι» ψιθύρισε ο άντρας στον αυχένα της. Τότε ακούστηκε ξανά ο βόμβος, όχι πια τόσο μακρινός, των αεροπλάνων που σε λίγο θα πετούσαν πάνω από την πόλη και ο κόσμος άρχισε να ανησυχεί. Όλοι συνωστίζονταν στα τελευταία σκαλοπάτια, στην έξοδο του μετρό, αναποφάσιστοι, τρέμοντας τις βόμβες. Ο άντρας εκμεταλλεύτηκε την περίσταση για να κολλήσει πίσω της. Εκείνη, ενστικτωδώς, έσφιξε πιο δυνατά τις σακούλες με τα τρόφιμα που τόσες ώρες κουβαλούσε. «Βλέπεις ότι πουλιά είναι μόνο;» επέμεινε εκείνος, ακουμπώντας ξεδιάντροπα τα χείλη του στο αυτί της. Ανάμεσα στα πόδια των ανθρώπων, η γυναίκα είδε τα σπουργίτια που χοροπηδούσαν τρομαγμένα και κάτι άνοιξε μέσα της. Και τότε το χέρι του στο γοφό της, το μπλέξιμο με την άκρη της φούστας της, τα δάχτυλα να περιπλανιούνται. Και όμως, εκείνη δεν γυρίζει να τον χαστουκίσει όπως θα ’πρεπε. Ανυπόφορη πλέον η θέρμη που σφίγγει τα σωθικά της, προτιμάει να υποκριθεί ότι αντιστέκεται και κάνει πως παλεύει, σκίζονται οι σακούλες με τα φρούτα και τα ωραία βερίκοκα ξεχύνονται στις σκάλες σαν χρυσός καταρράκτης. Αλλά τώρα εκείνη βάζει τις φωνές, ανάμεσα σε φρούτα και σπουργίτια, εκείνος γραπωμένος πίσω της όταν όλα εκρήγνυνται και αρχίζει η πανικόβλητη φυγή: το βάζουν στα πόδια εσπαντρίγιες, καπέλα, σφιχτοί κότσοι, πανωφόρια, ψάχνουν το άνοιγμα στο φως, την έξοδο στον κόσμο των φαντασμάτων όπου εκείνη η γυναίκα ζει ακόμη και σήμερα, με την εμμονή να ανακαλύψει το πρόσωπο του άντρα που την αγάπησε μέχρι το θάνατο.

ΕΥΤΥΧΙΑ μια ιστορία του Αντρες Νεουμάν (Andres Neuman):
Με λένε Μάρκος. Πάντα ήθελα να είμαι ο Κριστόμπαλ. Και δεν εννοώ να με λένε Κριστόμπαλ. Ο Κριστόμπαλ είναι φίλος μου· θα έλεγα ο καλύτερος, αλλά θα πω ο μοναδικός. Η Γκαμπριέλα είναι η γυναίκα μου. Με αγαπάει πολύ και κοιμάται με τον Κριστόμπαλ. Εκείνος είναι έξυπνος, σίγουρος για τον εαυτό του και δεινός χορευτής. Κάνει και ιππασία. Κατέχει τη γραμματική των λατινικών. Μαγειρεύει για τις γυναίκες. Έπειτα τις γεύεται. Θα έλεγα ότι η Γκαμπριέλα είναι το αγαπημένο του πιάτο. Κάποιος ανίδεος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι η γυναίκα μου με απατά· κάθε άλλο! Πάντα ήθελα να είμαι ο Κριστόμπαλ αλλά δεν μένω με σταυρωμένα τα χέρια. Προσπαθώ να μην είμαι ο Μάρκος. Κάνω μαθήματα χορού και ξαναδιαβάζω τα φοιτητικά μου συγγράμματα. Ξέρω καλά ότι η γυναίκα μου με λατρεύει. Και είναι τόση η λατρεία της, μα τόση, που η καημένη κοιμάται μαζί του, με τον άντρα που θα ήθελα να είμαι. Ανάμεσα στα μυώδη στήθη του Κριστόμπαλ, η Γκαμπριέλα μου με περιμένει ανυπόμονα με ανοιχτές αγκάλες. Εμένα με γεμίζει χαρά αυτή η υπομονή της. Μακάρι η επίμονη προσπάθειά μου να σταθεί στο ύψος των προσδοκιών της και κάποια μέρα, σύντομα, να έρθει η στιγμή μας. Η στιγμή της ακλόνητης αγάπης που εκείνη τόσο έχει προετοιμάσει, ξεγελώντας τον Κριστόμπαλ, συνηθίζοντας το κορμί του, το χαρακτήρα του και τα γούστα του, για να είναι όσο το δυνατόν πιο άνετη κι ευτυχισμένη όταν γίνω σαν αυτόν και τον αφήσουμε μόνο.

Η ΦΟΥΣΚΩΤΗ ΚΟΥΚΛΑ μια ιστορία του Χαβιέρ Τομέο (Javier Tomeo):
Όταν τον εγκατέλειψε η φουσκωτή κούκλα του, ο φίλος μου σκέφτηκε πως η μοναξιά του δεν είχε πλέον γιατρειά και ένοιωσε ο πιο δυστυχής άνθρωπος του κόσμου. «Ήταν ωραία όσο κράτησε» μου εξομολογείται σήμερα το πρωί με τα μάτια δακρυσμένα. «Ούτε μια κατηγόρια, ούτε μια φορά δεν ανέβηκαν οι τόνοι. Η σχέση μας ήταν, κυρίως, ένας γλυκός μονόλογος». «Πες μου» τον ρωτάω «ποιος ήταν ο μοναδικός που μιλούσε σ’ αυτόν το μονόλογο;» «Εκείνη» το ομολογώ. «Τότε δεν μου κάνει εντύπωση που τελικά έφυγε με άλλον» του λέω. «Όλοι βαριούνται στο τέλος τη σιωπή». Συνεχίζουμε τον περίπατό μας στο πάρκο της Θ. και μετά από λίγο καθόμαστε σ’ ένα λεμονοπράσινο παγκάκι, φρεσκοβαμμένο. Εδώ και καιρό δεν είναι και τόσο εύκολο να βρεις παγκάκι σ’ αυτή την κατάσταση. «Αυτό που με πειράζει περισσότερο» συνεχίζει την εξομολόγησή του «είναι ότι όταν θα πάω στον άλλο κόσμο δεν θα αφήσω σ’ αυτόν εδώ μια σύζυγο να με κλάψει. Δεν θα υπάρξει κανένας που να μπει στον κόπο να με αποτεφρώσει και να φυλάξει τις στάχτες μου σ’ ένα βάζο από πορσελάνη Βοημίας». Και αφού μου λέει αυτές τις βλακείες, δεν προσθέτει τίποτε άλλο. Τον ξέρω αρκετά καλά, μπορεί και να μην ξανανοίξει το στόμα του όλη μέρα. Απ’ αυτή τη στιγμή, θα πρέπει να μαντεύω τις σκέψεις του από τον τρόπο που ξεφυσάει από τη μύτη.

ΧΡΟΝΙΑ ή ΕΚΑΤΟΣΤΑ;  μια ιστορία της Ισαμπέλ Γκονθάλεθ (Isabel Gonazlez):
Έχω στενή μέση και οι άντρες φαντάζονται ότι έτσι είναι και το αιδοίο μου. Πέφτουν έξω. Το αιδοίο μου είναι μεγάλο και η αδηφαγία του τους απογοητεύει. Σχεδόν τόσο όσο και όταν αρχίζω να μιλάω για τον Λοτρεαμόν ή για τον Τσετ Μπέικερ. Γιατί το πρόσωπό μου είναι συνηθισμένο και οι άντρες υποθέτουν ότι το μυαλό μου τρέφεται με χάμπουργκερ. Θα ήθελα να ήμουν μια κυρία με γοφούς φαρδείς και στενές διόδους. Μια γυναίκα με όμορφο πρόσωπο, ικανή για δραστικές αποφάσεις όπως να ξεκρεμάσει τις κουρτίνες και να βάλει μια μεγάλη μπουγάδα. Αλλά δεν έχω κουρτίνες. Ούτε χρόνο. Έχω κανονίσει μέσω Ίντερνετ μ’ ένα μανάρι εικοσπεντάρι.

ΠΙΝΟΚΙΟ (μια ιστορία του David Moreno Sanz)
Στο κρεβάτι οι δεσποινιδούλες να λέει ψέματα τον παρακινούν όταν ανακαλύπτουν ότι δεν είναι η μύτη αυτό που του μεγαλώνει κάθε φορά

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΙΧΟ (μια ιστορία του Όσκαρ Σιπάν (Oscar Sipan):
Τους ακούω να συνουσιάζονται όλη την ώρα, πίσω από τον τοίχο του δωματίου μου. Ίσως έπρεπε να τους είχα εντοιχίσει χώρια.

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ (μια ιστορία της Πιλάρ Γκαλάν (Pilar Galan):
Ρε συ Τερέζα, άντε και γαμήσου, μου έγραψε στο κινητό. Μόνο ένας ποιητής όπως αυτός θα μπορούσε να αποχαιρετήσει σε ιαμβικό ενδεκασύλλαβο

Η μετάφραση είναι προϊόν του εργαστηρίου μετάφρασης μικροδιηγημάτων από τα ισπανικά στα ελληνικά που δίδαξε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο πλαίσιο του Εργαστηρίου Λογοτεχνικής Μετάφρασης του Κέντρου Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής γλώσσας ABANICO (www.abanico.gr) κατά την περίοδο Φεβρουαρίου - Μαΐου 2013. Συμμετείχαν οι σπουδαστές: Ελένη Βότση, Χρυσάνθη Γιαννιά, Βαγγέλης Καμπούνιας, Eduardo Lucena, Μαρία Μελαδάκη, Ελένη Παλαιολόγου, Αγγελική Παλασοπούλου.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΔΩ ΣΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΟΥ ΠΟΣΟΝ ΑΓΑΠΑΣ (ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο)

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):