Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ:

Η πόρτα που άνοιξες με τόσο πάθος  άνοιξε στο θάνατο και δεν μπορούν να τον σκεπάσουν τρία λουλούδια και δεν μπορούν να τον ξορκίσουν τα ζαχαρένια μάγουλα του κοριτσιού πίσω απ' την πόρτα, πίσω απ' την πόρτα το κορίτσι γδύνεται στον άνεμο, τα κυπαρίσσια ψιθυρίζουνε μια προσευχή χιονιού, βογκάει λυγάει τα κλαδιά ο βοριάς ο μαύρος, οι ξυλοκόποι χάθηκαν στη θάλασσα, χλωμά καΐκια κατέβασαν τις σημαίες τους σάλπιγγες στο βυθό σημάνανε το τέλος ενώ στο λιμάνι βγαίνουν κυριακάτικο περίπατο γυναίκες μες τα μαύρα σέρνουν τ' αγόρια τους πεταλωτές παιδεύουνε τ' άμοιρα τ' άλογά τους, άγριες λατέρνες μαχαιρώνουνε τα ντέφια τους, παιδιά πουλάνε κοκοράκια κόκκινα σα χιόνι, καράβια και πουλιά σφυρίζουν φεύγουνε κατάρτια ανοίγουν δρόμο ανάμεσα από τ' άστρα, η πόρτα που άνοιξες με προσοχή έχει άλλες χίλιες πόρτες πίσω της πίσω από κάθε μια και μια κραυγή πίσω από κάθε μια κι ένα στητό κορίτσι [Η ΠΟΡΤΑ από τη συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948 του Μίλτου Σαχτούρη που σε κάποιο άλλο του ποίημα έγραφε «όταν κλείνω τα μάτια ξεκινάει από μακριά η Αγαπημένη, έρχεται και με κοιτάζει, όταν σβήνω το φως, έρχεται ο θάνατος και μου φιλά τα χέρια…» Με ΚΛΙΚ εδώ «ανοίγουν» κι άλλα ποιήματα συγγενή μ’ αυτό το χρησμό, ένα από κάθε μία από τις συλλογές: Με το Πρόσωπο στον τοίχο 1952, Όταν σας μιλώ 1956, Τα φάσματα ή η Χαρά στον άλλο δρόμο 1958, Ο Περίπατος 1960, Τα στίγματα 1962, Σφραγίδα ή Η όγδοη Σφραγίδα 1964 και Το Σκεύος 1971]



ΟΤΑΝ ΚΛΕΙΝΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ, ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕ ΚΟΙΤΑΖΕΙ, ΟΤΑΝ ΣΒΗΝΩ ΤΟ ΦΩΣ, ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΜΟΥΦΙΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ:  

Η ΣΚΗΝΗ  [από τη συλλογή του Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952]
Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει
ένα κεφάλι από πηλό
τους τοίχους τους είχαν στολίσει
με λουλούδια
απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
δυο σώματα ερωτικά
στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
και πεταλούδες
ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στη γωνιά

Σπάγκοι διέσχιζαν το δωμάτιο απ’  όλες
τις πλευρές
δε θα ’ταν φρόνιμο κανείς
να τους τραβήξει
ένας από τους σπάγκους έσπρωχνε τα σώματα
στον έρωτα

Η δυστυχία απ’ έξω
έγδερνε τις πόρτες

ΒΡΕΧΕΙ  [από τη συλλογή του Σαχτούρη ΟΤΑΝ ΣΑΣ ΜΙΛΩ 1956]
Βρέχει όπως και στο προηγούμενο ποίημα την Πορτοκαλιά
Μια γυναίκα μ’ έναν καθρέφτη και κάτι σύρματα προσπαθεί
να κρατήσει τα χρόνια. Όμως τα χρόνια φεύγουν
τα σύρματα μπαίνουν βαθιά μέσα στα μάγουλά της
τα ξεσκίζουν τρέχουν αίματα
ενώ ένα άγριο χέρι με μια κιμωλία πηγαινοέρχεται
και βάφει τα μαλλιά της άσπρα

Η ΜΑΡΙΑ [από τη συλλογή ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΔΡΟΜΟ 1958]
Η Μαρία σκεφτική
έβγαζε τις κάλτσες της

Από το σώμα της έβγαιναν
φωνές άλλων ανθρώπων
ενός στρατιώτη που μιλούσε σαν
ένα πουλί
ενός αρρώστου που είχε πεθάνει από πόνους
προβάτων
και το κλάμα της μικρής ανιψιάς της Μαρίας
που αυτές τις μέρες είχε γεννηθεί

Η Μαρία έκλαιγε έκλαιγε
τώρα η Μαρία γελούσε
άπλωνε τα χέρια της το βράδυ
έμενε με τα πόδια ανοιχτά

Ύστερα σκοτείνιαζαν τα μάτια της
μαύρα μαύρα θολά σκοτείνιαζαν

Το ραδιόφωνο έπαιζε
Η Μαρία έκλαιγε
Η Μαρία έκλαιγε
το ραδιόφωνο έπαιζε

Τότε η Μαρία
σιγά-σιγά άνοιγε τα χέρια της
άρχιζε να πετάει
γύρω-γύρω στο δωμάτιο

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ (από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ 1960)
Τι γυρεύει το κορίτσι
στο σκοτάδι της καρέκλας;
γρήγορα
καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο
γδύνεται
με σύννεφα μπροστά στα μάτια
με τη βροχή μες το κεφάλι
με τη βελόνα στην καρδιά
βγάζει τις κάλτσες
βγάζει τα λουλούδια
πετάει το φωτοστέφανο

έξω τα φύλλα του καιρού
βάφονται μες το αίμα

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ (από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962)
Σα θα με βρούνε πάνω στο ξύλο του θανάτου μου
γύρω θα ’χει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός
μια υποψία θαλάσσης θα υπάρχει
κι ένα άσπρο πουλί, από πάνω, θ’ απαγγέλει μέσα
σ’ ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου

ΑΡΠΑΓΗ  [από τη συλλογή του Σαχτούρη ΣΦΡΑΓΙΔΑ ή Η ΟΓΔΟΗ ΣΕΛΗΝΗ 1964]
Σφίγγει τα σάπια του μυαλά
βγάζει φτερά
αρχίζει να πετάει το κορίτσι

ουρλιάζει το τηλέφωνο
στον ουρανό
κομμάτια από άσπρους αγγέλους
κάτω ρίχνει το χιόνι

αρπάζει το κόκκινο
κορίτσι η βροχή
μέσα σε μια βαθιά πληγή
το κρύβει στο φεγγάρι

ανοίγει το κορίτσι
αστράφτοντας

σα μαύρο χέρι ψιθυρίζει
τ’ όνομά μου

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ (από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΤΟ ΣΚΕΥΟΣ 1971)
Αφήστε με λέει το γκαρσόνι
έχω δουλειά πάω να φέρω τον καφέ
που μου εζήτησε η πεθαμένη

Η ποίηση του Σαχτούρη χαρακτηρίστηκε από το Λειβαδίτη ως παραισθητική και ο ίδιος ο ποιητής απ' τον Αλέξη Ζήρα ως ποιητής που συνταυτίζει υποκειμενικό κι αντικειμενικό, λογικό και παράλογο, υπαρκτό κι ανύπαρκτο. Κι αν είναι έτσι, ο ποιητής μοιάζει να ξεδιπλώνει έναν ατέλειωτο ποιητικό καμβά τοποθετώντας κάθε συλλογή του σ' αυτόν κι αποτυπώνοντας μετά τόσα έτη ποιητικής δημιουργίας το δικό του υποκειμενικό, παράλογο ποιητικό εφιάλτη, ο οποίος δεν είναι άλλος παρά μια παρεκτροπή της πραγματικότητας, ένα κάτοπτρο σε καθρέφτη πολυκαιρισμένο και οξειδωμένο, του οποίου όμως η γοητεία προέρχεται ακριβώς από την ικανότητά του να μορφοποιεί το είδωλο πέρα απ' αυτό που φαίνεται, χωρίς ποτέ όμως αυτό το είδωλο να εμφανίζεται ως εσωστρεφές αλλά ως μια οντότητα η οποία βαφτίζεται εκ των προτέρων για να κατοικήσει στις σελίδες ενός ποιητικού βιβλίου και στη γλώσσα ενός υποκριτή αναγνώστη… Ο Σαχτούρης δίνει το πλεονέκτημα μιας αφηρημένης και παραισθητικής, δαιμονικής και μεταφυσικής ποίησης, η οποία συναντά το αναγνωστικό κοινό για να συνδιαλεχθεί μαζί του… Δεν την εγγίζει ο χρόνος, γιατί έχει μέσα το παιδικό, το γεροντικό και το δαιμονικό συγχρόνως…  [αποσπάσματα από κριτική του Νέστορα Πουλάκου]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΙΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΝΟΗΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (ξέροντας ότι ο κόσμος δεν έχει νόημα…)

ΟΛΗ ΣΟΥ Η ΖΩΗ ΗΤΑΝ ΑΥΤΗ Η ΕΡΩΤΗΣΗ: ΠΟΙΑ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ ΑΝΑΛΟΓΟΥΣΕ (να μιλήσω για 45 λεπτά όσο δεν έχω μιλήσει ποτέ στη ζωή μου):