Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάϊος, 2017

ΠΩΣ ΓΥΡΙΣΕ ΑΡΑΓΕ ΑΝΑΠΟΔΑ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΚΑΙ Ο,ΤΙ ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΜΑΣ ΧΑΔΙ ΑΠΑΝΘΡΑΚΩΝΕΤΑΙ Σ’ ΑΟΡΑΤΗ ΑΣΤΡΑΠΗ;

Εικόνα
Μην προσκυνάτε τα είδωλα. Είναι μοιραίο αμάρτημα η γλωσσολατρία. Όμως χιλιάδες κυβικά στη λέξη θάλασσα δεν λιώνουν το άλας, ενώ πιο αίλουρο το έαρ κρύπτεται πότε στα ρεύματα του αέρα πότε στα νερά. Η χάρη των ελληνικών που αυτόματα μ’ ένα μειλίχιο «Μη» κρατούν κλειστά τα Μυστικά. Μ’ ένα μονάχα «Ταυ» (Λειψό σταυρό) τους τάφους. Και βέβαια, θα προσέξατε: πώς σβήνει ο Άγριος Ίμερος – Ποτάμι πόθου εκβάλλοντας στο ανεστραμμένο Δέλτα των Δεσποινίδων. [ΑΓΡΙΟΣ ΙΜΕΡΟΣ από τη συλλογή του Αντώνη Φωστιέρη ΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ, εκδόσεις Καστανιώτη 2013]


ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ κἄν τρισχίλια ἔτη βιώσεσθαι μέλλῃς … ὅμως μέμνησο ὅτι οὐδείς ἄλλον ἀποβάλλει βίον ἤ τοῦτον ον ζη – Μάρκος Αυρήλιος] «Κι αν πρόκειται να ζήσεις τρεις χιλιάδες χρόνια Ή ακόμα και τριάντα εκατομμύρια Θυμήσου πάντως Πως κανείς δεν χάνει άλλη ζωή Από αυτήν που ζει. Άρα, Τι μέγιστο τι ελάχιστο, το ίδιο κάνει. Αφού για όλους είναι ίσο το παρόν Ίδιο θα είναι συνεπώς αυτό που χάνουμε: Το στιγμιαίο. Δεν γίνεται να χάσουν ούτε παρελθόν Ούτε και μέλλον. Άλλωστε Πώ…

ΤΥΛΙΓΕΣΑΙ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΥΔΙΑ ΤΡΑΒΑΣ ΦΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΕΝΑΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ (ο χρόνος κατακάθισε σαν κτίριο κίτρινο παλιάς βιομηχανίας):

Εικόνα
Έτσι με τα μάτια σάπιο κρέας που είχαμε αφήναμε το φως να μπει λιγάκι και τα βουνά χτυπούσαν από μέσα τις κόρες των ματιών που ξάφνου ανάβουν, ήλιο στον ήλιο, δύση ανατολή ταυτόχρονα και να μετατοπίζεσαι να αλλάξουν τα νεκρά τα ζωντανά του κόσμου. Και είσαι εσύ που με ανάβεις άνθρωπο και απλώνεις τις πλατείες λευκές κατάλευκες και να τα καιν τα μάτια καρφίτσες μες τα κρέατα να ρέουν τα αίματα ποτάμια να ξεπρήζεσαι να αδειάζεις να γεμίζεις τη μία εσύ, άλλοτε εδώ τώρα εσύ, άρα εγώ να σκάω –στόλισμα;- στο τίποτα στη γλίτσα μες στην βδέλλα [ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΠΙΟ ΚΡΕΑΣ από τη συλλογή του Πέτρου Γκολίτση ΣΚΑΖΟΝΤΑΣ ΚΡΕΑΣ, εκδόσεις θράκα 2017, ARTbyMicoschHolland]
ΣΩΜΑ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΣΩΜΑ Το κάθε σώμα μου με αφήνει ζωντανό να περιμένω το επόμενο σώμα τραγουδώ στον χωροχρόνο στην κάθε στάση στο φωτεινό που εξισορρόπησε το τόσο μαύρο που καταπίνοντας κοχλάζει «μην είσαι πίδακας που σχίζει κεραυνώνοντας;» «μην είσαι φάσμα που μπολιάστηκε στο θαύμα;» και τώρα σέρνομαι σε κόσμους που αγνοώ και όλο αλλάζουν Λουλούδι-αιδοίο πο…

ΤΟ ΣΩΜΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗ ΛΗΓΟΥΣΑ (υπερ)ΤΟΝΙΖΕΤΑΙ (το Ποίημα αυτό που ζω δεν θα τελειώσει με λέξεις):

Εικόνα
Η Σελήνη εκπυρσοκρότησε στα χέρια μου αφήνοντάς με σε ολική έκλειψη αφής, ανήμπορο να αναγνωρίσω το ίδιο μου το σώμα. Από τότε περισυλλέγω τα επιζήσαντα τραύματά μου, συντρίμμια μιας λάμψης που ήρθε από μακριά…
Προσπάθησα να κάνω το χαρτί να σ’ αγαπήσει όπως εγώ ή έστω να σ’ ανεχθεί!.. Όμως αυτό αντιδρούσε. Σε απέρριψε σαν ασύμβατο μόσχευμα. Ήξερε ότι αν έρθεις αυτό θα πεθάνει και θα γίνει ζωή!..Αμήχανοι εκ γενετής!.. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε το στόμα και τα χέρια μας και καπνίζουμε τον ένα φόβο πάνω στον άλλο. Δεν ξέρουμε να μιλάμε και να γράφουμε και χρησιμοποιούμε την ποίηση, αυτή τη διάλεκτο των νεκρών κάνοντας σήματα καπνού στο πουθενά!.. Δεν ξέρουμε να φιλάμε και ν’ αγγίζουμε κι έγινε η αγάπη στάχτη που τίναξε απ’ τα ρούχα του ο Θεός!..  [ΕΚΠΥΡΣΟΚΡΟΤΗΣΗ, ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΜΟΣΧΕΥΜΑΤΟΣ και ΑΜΗΧΑΝΟΙ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ, τρία ποιήματα σ’ ένα από τη συλλογή του Θωμά Ιωάννου ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 16, εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2011 – ARTbyVictorArwas
]


ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ… Τα μάτια σου δυο ερωτηματικά Δάκρυα που μουντζουρώνουν Όλ…

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

Εικόνα
«Αν ήξερε τι θα συνέβαινε μετά, θα είχε πάει κομμωτήριο και θα είχε αγοράσει ένα τολμηρό φόρεμα για να το βάλει για πρώτη φορά χθες, πριν πέσει στο κενό από τον εκατοστό τρίτο όροφο του τεράστιου ουρανοξύστη, καθώς προσπαθούσε να πιάσει ένα χαρτί που ο αέρας σήκωσε από το γραφείο της και το έσπρωξε προς τα έξω. Όταν βρέθηκε στο κενό, όλα προμήνυαν ένα αδιαμφισβήτητο στραπάτσο αλλά, στο ύψος του τεσσαρακοστού δευτέρου ορόφου, το σώμα της έπεσε στην αγκαλιά ενός θεόσταλτου νέου, εμφανίσιμου και γεροδεμένου που φορούσε εφαρμοστή στολή από μπλε και κόκκινη λύκρα και μια μπέρτα ασορτί, πολύ κομψή, που ανέμιζε όπως και το όμορφο μαύρο τσουλούφι του. Από εκεί και ύστερα, η κάθοδος ήταν μια απολαυστική βόλτα μέχρι που έφτασαν στο δρόμο, όπου εκείνος ο γόης την αποχαιρέτησε ευγενικά και πέταξε στα ύψη, αφού προηγουμένως της είπε πως σήμερα θα μπορούσαν να ξαναβρεθούν στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα. Και σήμερα εκείνη φοράει καινούριο φόρεμα, σκόπιμα επιλεγμένο, και φτιάχνεται επιμελώς για να πάει…