ΚΑΝΑΝΕ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΜΕ ΑΝΟΙΧΤΑ ΜΑΤΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΤΡΩΜΑ ΤΩΝ ΣΚΟΡΠΙΩΝ:

Πρώτα, τίναγμα δυνατό, έπειτα, δυο και τρεις ενώθηκαν σπασμωδικά και τέλος έμειναν ένα.  Βρόχος αβρός –το φαρμάκι των σκορπιών.....- έφτασε το συμφωνημένο τέλος. Τέλος χρήσιμο. Δεν περίμεναν άνεργοι τα δήγματα της Μοίρας. Τότε, σαν από κοχυλιού κουφάρι, ακούστηκε ορθρινός αλέκτωρ να κηρύττει:  Αποοολεεεέλοιπεν [Ανδρέας Σπερχής κατά κόσμον Αnδρέας Εμπειρίκος Art by Ancone Corrie]




Έβαλε όλη της τη δύναμη κρατώντας το κοχύλι ‘πα’ στο στήθος.
Ψεκάδες αίμα στεφάνωσαν τη θηλή της.
Την πλήγωσε τ’ αγκάθι.
«Πόσους καιρούς δούλεψε το ρέμα του βυθού,
για να πετάξει τέτοιο αγκάθι το κοχύλι;», ρωτήθηκε.

Έφερε το στόμα τ’ οστράκου ψηλά,
τ’ ακούμπησε στ’ αυτί:
«Το εγκολπώθηκα», είπε
«Είμαι πια έτοιμη.
Μ’ έσπασε η πειθώ σου.
Όσο για τ’ άλλα, είμαι γυναίκα και δε φοβούμαι πόνο».

 «γιατί τον μάθαινα αυτό το δρόμο, από τον αιώνα και ως αυτή τη νύχτα.

Τον περπατούσα.
Και καθώς ποδούσα στην άκρα του γκρεμού,
γινότανε βουή σαν να γκρεμιζότανε ο κόσμος.
Ο γκρεμός φαινόταν πια σα το στόμα του κοχυλιού –
να, τούτου εδώ που κρατώ-
κι ο γόος που σηκωνόταν απ’ τα σπλάχνα του μ’ εξάρθρωνε.
Έσπαγε τους αρμούς μου.
Με κατέλειπε άθλιο βάρος.

Τέτοιο ρίγος εφιάλτη με τσακίζει από τον αιώνα και ως αυτή τη νύχτα».

«Είμαι πια έτοιμη.
Μ’ έσπασε η πειθώ σου.
Όσο για τ’ άλλα, είμαι γυναίκα και δε φοβούμαι πόνο».
Κινήσανε χωρίς να κοιταχτούνε.
Το φεγγάρι οδηγούσε σίγουρα τα βήματα.
Φτάσανε στο πλάτωμα με τις κόκκινες πέτρες,
στο στρώμα των σκορπιών.
Ήτανε ο συμφωνημένος τόπος.

Γυμνώθηκαν.
Κάνανε τον έρωτα με ανοιχτά τα μάτια
πάνω στο στρώμα των σκορπιών.

Πρώτα, τίναγμα δυνατό, έπειτα, δυο και τρεις ενώθηκαν σπασμωδικά
και τέλος έμειναν ένα.
Βρόχος αβρός –το φαρμάκι των σκορπιών.....-
έφτασε το συμφωνημένο τέλος.
Τέλος χρήσιμο.
Δεν περίμεναν άνεργοι τα δήγματα της Μοίρας.
Τότε, σαν από κοχυλιού κουφάρι,
ακούστηκε ορθρινός αλέκτωρ να κηρύττει:
Αποοολεεεέλοιπεν
Αποοολεεεεέλοιπεν..
Αποοολεεεέλοιπεν
Αποοολεεεεέλοιπεν..
[Ανδρέας Σπερχής κατά κόσμον Ανδρέας Εμπειρίκος]

ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΝ ΒΟΩΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΣΗ:
Τις μέρεις τις γλυκιές του Σεπτεμβρίου, όταν δεν έχει ακόμα βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων πιο αραιό και η γεύσις των ωρών και από του θέρους πιο πυκνή, όταν στους κήπους σκάνε τα ρόδα και πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες των λουλουδιών και σφύζουν στις πορφύρες των φλεγόμενοι οι ιβίσκοι, όλοι σαν υπερβέβαιοι γαμβροί που στων νυμφών χτυπούν τις θύρες, τότε σαν να ’ναι πάντα καλοκαίρι (γιατί όποια κι αν είναι η εποχή ο πόθος είναι πάντα θέρος) αναγαλλιάζουν οι ψυχές και ο Έρωτας, ο πιο ξανθός αρχάγγελος του Παραδείσου, βοά και λέγει στο κάθε που άγγιξε κορμί:  Τα ρούχα πέτα, γδύσου. Τίποτα μη φοβάσαι. Εαρ, χειμώνα, θέρος - όπου κι αν είσαι - είναι η ρομφαία μου μαζί σου

[Ανδρεάς Εμπειρίκος από το βιβλίο του ΟΚΤΑΝΑ, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία 1980 – ART by   Ancone Corrie]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: