Η ΑΝΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΧΕΡΙΟΥ ΣΟΥ ΕΧΕΙ ΤΗ ΧΑΡΙ ΖΑΡΚΑΔΙΟΥ ΠΟΥ ΤΡΕΧΕΙ ΣΕ ΧΛΟΗ ΓΑΛΑΖΙΑ ΣΑΝ ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΣΟΥ:

Αυταπάρνηση χειραφετημένων νοσταλγών της κατ’ εξοχήν γυναίκας:   «Μια φρόνιμη γυναίκα αξίζει τρία πουλιά, μια γυναίκα απλώς γυναίκα  αξίζει δεκάδες δορκάδων», ωστόσο «μια γυναίκα δεν μπορεί να κάμει τίποτε χωρίς την πυρκαγιά  που κλείνει μέσα στη στάχτη των ποδιών της» (Ανδρέας Εμπειρίκος, βεβαίως βεβαίως που συνεχίζει το υπερρεαλιστικό παραλήρημά του):  Οι πληθυσμοί της οικουμένης σε λατρεύουν, οι σκέψεις σου είναι διάφανες όπως εσύ η ίδια… Είμαι στην άκρη του δάσους και συγκρατώ τους χθεσινούς ψιθύρους, μπροστά μου το λιβάδι απλώνεται όπως χθες, στην χωρασιά του έφθασε το άλογο που αγάπησες όμως εσύ δεν ήρθες. Τα βήματα του αλόγου είναι ο βηματισμός του ονείρου μας, είναι οι θάλασσες που διαβήκαμε, τα τρεχαντήρια που χρωματίσαμε μαζί. Το άλογο αυτό κρατά μια ημισέληνο, χωρίς να την αφήνει χλιμιντρίζει. Το άλογο αυτό και εγώ μαζί του στεκόμαστε στην άκρη του δάσους και σε περιμένουμε, το άλογο αυτό και εγώ είμεθα πλάσμα εν και αδιαίρετο, είμεθα κένταυρος που σε αγαπά, είμεθα κένταυρος που ξέρει ότι δεν είναι δυνατόν να μην ξανάρθεις… Γιατί: ΜΙΑ ΡΙΞΙΑ ΖΑΡΙΩΝ ΔΕΝ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΤΥΧΗ:  Όχι!. .Δεν είναι το «art pour l’ art». Η ανωτέρα εκδήλωσις των ποιητών και των ανθρώπων… Γιατί δεν είναι δυνατόν με την αφηρημένη μόνον ομορφιά  ή με το «όπερ έδει δείξαι» μόνον ή το «γαρ» να αντικατασταθούν ή να πνιγούν των ενορμήσεων οι ώσεις. Αφού ο λόγος δεν είναι λογική, αφού το κάλλος δεν είναι αισθητική και το καλόν δεν είναι ηθική… αφού έν σπερματόζωον μονάχα αρκεί να γονιμοποιηθή το ωάριον της γυναικός ή ο λόγος αφού μόνον ο έρωτας τον θάνατον νικά θα ’ναι η ποίησις σπερματική απόλυτα ερωτική Ή δεν θα υπάρχει!..  (σκόρπια κείμενα από τα ΓΡΑΠΤΑ ή ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ του Ανδρέα Εμπειρίκου, Εκδόσεις ΠΛΕΙΑΣ Αθήνα 1974 – ART by Yamato Kyoto]



ΘΑ ’ΝΑΙ Η ΠΟΙΗΣΙΣ ΣΠΕΡΜΑΤΙΚΗ, ΑΠΟΛΥΤΑ ΕΡΩΤΙΚΗ ή ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ:
Το στεφάνι που έρριξες στο λαιμό του αλόγου είναι από άνθη λεπτότερα και από πτερά εντόμων, η συλλογή των λουλουδιών αυτών είναι πολύτιμη δεν είναι συλλογή κολεοπτέρων, δεν είναι συλλογή αγαλμάτων εξ ελεφαντοστού, είναι μια συλλογή ενθυμημάτων που η διαφάνειά τους ξεπερνά τα πέρατα του κόσμου…  
[Ανδρέας Εμπειρίκος, Η μνήμη των Αναμνήσεων από τη συλλογή του ΑΙ ΓΕΝΕΑΙ ΠΑΣΑΙ ή Η ΣΗΜΕΡΟΝ ΩΣ ΑΥΡΙΟΝ ΚΑΙ ΩΣ ΧΘΕΣ ]
Ο ΠΕΡΙΣΤΕΡΕΩΝ:

1] ΕΙΧΕ ΣΤΟΛΙΣΕΙ ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΥΦΙΚΟΥΣ ΠΕΠΛΟΥΣ ΤΡΙΩΝ ΚΟΡΑΣΙΔΩΝ, ΕΚ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ Η ΜΙΑ ΠΑΡΕΜΕΙΝΕ ΠΑΡΘΕΝΟΣ:
Ευθύς μετά το στόλισμα έβγαλε τις μεταξωτές του κάλτσες και κάθισε. Περίμενε την άμαξα που θα της έφερνε τους ίππους. Ο αδελφός της όμως, άνοιξε αποτόμως την πόρτα και μαινόμενος εφώναξε: «Διόσκουρος! Ουαί στους άλλους και σε μας!» Σαν καλή αδελφή, η νεάνις, πλησίασε πάλι το τραπέζι, και σπάζοντας το κομπολόγι που κρεμόταν στο λαιμό της, εράντισε, πλήρης ελπίδων ακόμη, το χαλί, τα έπιπλα και τους νυμφικούς πέπλους με τις κεχριμπαρένιες ρώγες. Έπειτα έβγαλε από την μπλούζα τους μαστούς της και κατεκλίθη στο τραπέζι

2] Ο ΝΕΟΣ ΠΛΗΡΗΣ ΤΥΨΕΩΝ, ΑΝΟΙΞΕ ΠΑΛΙ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΚΑΙ ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΑΚΡΟΠΟΔΗΤΙ ΤΗΝ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ:
Στο κεφάλι του φορούσε παροιμιώδες κράνος, αλλά κατά τα άλλα ήτο εν μέρει γυμνός. Από τη μέση και κάτω φορούσε το φουστάνι της μητέρας του και στα πόδια του πέδιλα. Όταν εβεβαιώθη ότι η νεάνις εκοιμάτο, η πρώτη του μέριμνα ήτο ν’ ανοίξει το παράθυρο, για να δώσει στο πλήθος να καταάβει πως έπρεπε να σιωπήσει

3] ΟΛΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΤΟΥ ΕΙΧΕ ΠΕΙ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ Η ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ, ΠΕΦΤΑΝΕ ΤΩΡΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΤΑΠΗΤΟΣ: 
Μερικά μοιάζαν με ανεμώνες, αλλά με πέρδικες και άλλα με αμαζόνες. Ο νέος δεν ηδυνήθη να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Η φράσις που είχε εκστομίσει προ ολίγου, του εφαίνετο σκληρή, βραχώδης, και άθελά του, την συνέκρινε με τα ωραιότατα στήθη της αδελφής του

4] ΔΕΝ ΗΤΟ ΗΡΩΣ (Το συναίσθημά του, του θύμιζε πτώσεις μήλων).

5] ΗΤΟ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ (ησθάνετο τον κόσμον ιδικόν του, μα πικρότατον)

6] ΗΤΟ ΗΡΩΣ ΑΛΛΑ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ – σαν άνθρωπος που συνθλίβει μια μέδουσα με το πόδι

7] ΟΙ ΛΙΓΜΟΙ ΤΟΥ ΗΡΧΙΣΑΝ ΝΑ ΤΟΝ ΠΝΙΓΟΥΝ
Οι λυγμοί του ήρχισαν να τον πνίγουν. Συναισθανόμενος βαθύτατα το βάρος εκείνης της φράσεως, έσκυψε και ησπάσθη τους δύο μαστούς της αδελφής του. Έπειτα, βγήκε έξω, και κλείνοντας βιαστικά την πόρτα, βυθίστηκε στο πλήθος

8] Η ΝΕΑ ΕΙΧΕ ΞΥΠΝΗΣΕΙ ΜΕ ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ
Η νέα είχε ξυπνήσει με το διπλό το φίλημα. Άλλωστε δεν εκοιμάτο αληθινά. Υπεκρίνετο μόνον πως υπνώττει. Η συγκίνησις της ήτο τόση, που την εξέφραζε και η σιωπή της. Μόλις έκλεισε η πόρτα, σηκώθηκε απελπισμένη και πλησίασε στο παράθυρο. Αδελφός και πλήθος είχαν εξαφανιστεί και το κενόν του δρρόμου έμοιαζε πολύ με την οξύτατη φωτοχυσία του πρωινού. Τότε η νεάνις ξέσχισε την μπλούζα της και τους μαστούς της και φώναξε με όλη τη δύναμη της ψυχής της: «Τι κρίμα που με λένε Αμαλία»! Έπειτα έκλεισε το παράθυρο.

[Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο Περιστερεών από το βιβλίο του ΓΡΑΠΤΑ ή ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, εκδόσεις Πλειάς]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΔΩ ΣΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΟΥ ΠΟΣΟΝ ΑΓΑΠΑΣ (ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο)

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: