ΑΓΓΙΓΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ: ΟΛΟΙ ΕΧΟΥΜΕ ΕΝΑ ΕΞΩ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ:

Ο άνεμος σκόρπιζε τις πεταμένες λέξεις, τις έκανε πέτρα, χωμάτινη σκόνη, άρωμα φυσαρμόνικας. Και ρίζωσαν… Θυμήθηκα πως χορεύαμε με το μαχαίρι στο λαιμό και λικνιζόταν η μουσική πάνω στη λεπίδα σαν τρεις διαστάσεις, σαν μπαμπάκι πάνω στο κομμένο τμήμα του δέρματος κι ερχόταν ένα μπλε φως από μακριά σαν προβολέας για τη συναυλία του έρωτα! Τότε έπεσαν όλοι οι δρόμοι στα πόδια μου και σηκώθηκαν πουλιά… ΕΚΕΙΝΗ τη στιγμή ο κόσμος έγινε από νύχτα. Από μια σπονδυλική στήλη, χωρίς αξιοπρέπεια, χωρίς δάκτυλα. Αυτή η μετά ζωή φέρει πίσω της ένα γκρεμό. Σαν ρεμβασμός ήλιου, αφού το φως λείπει. Εμένα να κοιτάς. Ακόμα. Να λες θα περάσει. Τα δάκρυα των νεκρών φυτρώνουν στο χώμα, μιλούν με τις σκοτωμένες αλεπούδες. Αν ανοίξω τα μάτια μου θα τα πάρει η θάλασσα. Μπροστά σε άρρωστα κυπαρίσσια. Υγρασία. Και αν χαθώ; Αν πάψω να υπάρχω ανάμεσα στις καμπάνες; Οι καμπάνες κοροϊδεύουν τους νικητές, όχι τους αθώους. Έπαψα να ακούω όταν κούρσεψαν τις σειρήνες. Τότε έπεσαν όλοι οι δρόμοι στα πόδια μου και σηκώθηκαν πουλιά. Λαστιχένια και έμοιαζαν. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος ξαπλωμένο σάπιο κατάρτι, στα εντόσθια της, το φύλο της ήταν γεμάτο φυσαρμόνικες. Έτρεμε. Χύθηκαν έξω τα σημαντικότερα κύτταρα. Κάτι κίτρινα σάλια αδιαφανή, έμοιαζαν μακριά ποτάμια Σταύρος Σταυρόπουλος, αποσπάσματα από το βιβλίο του ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ και, στο τέλος, ο  ΤΥΦΛΟΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΔΕΜΕΝΑ. ΟΤΑΝ ΚΟΜΟΤΑΝ ΠΑΝΩ ΤΟΥ ΕΝΙΩΘΕ ΕΛΑΦΡΥΣ ΟΛΟΣ, από το βιβλίο ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ]



Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΟΣ ΑΝΑΙΡΕΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΛΥΤΟ ΒΙΟ ΤΗΣ:  
Στήριξα στο λαιμό μου την φυσαρμόνικα και άρχισα να γερνάω. Θα γερνάω ζωές. Καθώς άνοιγαν τα χείλη, η μελωδία ζωντάνευε. Αποκτούσε κλαδιά. Χείλη πάνω στα χείλη. Μετά αίμα, ενωμένο. Αδιευκρίνιστο ποιάς ομάδας, ποιού δότη, ποιάς έξαρσης.
Σε ποια όραση ζω; Η γη έφυγε χωρίς να με χαιρετήσει. Μου άφησε ένα σβησμένο πάρκο, είναι η μνήμη του σώματος. Την χρησιμοποιώ για να σκουπίζω το πρόσωπο – όλη η πόλη, κοίτα, όλη η πόλη έγινε μια πετσέτα από ξυραφάκια. Να σκουπίζεσαι με την πόλη. Να την κρεμάς στο λαιμό σου, κάθε που φεύγεις.
Πάλι πέθανα από ύψος. Πάλι τελεία.

Θυμάμαι ξανά τη μέρα να συνεχίζεται. Μέχρι να απογειωθεί η πτώση μου και να γίνει η φαντασία ζωή γυμνή κάτω απ’ τις κουρτίνες του δέρματος – αναδυόμενη. Όπως το αυγό του φιδιού που παλεύει να βγει έξω, ξημερώματα. Όλοι έχουμε ένα έξω που είναι μέσα και κάνει την πεταλούδα. Όλοι έχουμε ένα αυγό και λέγεται γέννηση του θανάτου.

Δεν ξέρω τι κάνει η λάμψη εκεί. Σ’ αυτό το έξω που είναι μέσα, σ’ αυτή την ανεμπόδιστη γέννηση του θανάτου που ρημάζει αγάλματα, καρπούς άστρων σε φυλλώματα φρίκης, απλώς μηχανεύομαι οξυγόνο. Τα φωνήεντα είναι λίγα. Δειλά. Δεν εγγυώμαι κανένα.
Τελικά αυτός ο κόσμος συναναστρέφεται φαντάσματα. Κανείς δεν στάθηκε ικανός να τον χωρίσει απ’ τη θάλασσα. Κανείς, ποτέ, δεν θα χωρίσει τη θάλασσα, δεν θα την κάνει να πάψει να τον σκέπτεται. Η θάλασσα είναι η γραφομηχανή της γης.
Και όμως: Έγιναν όλα όπως πριν την αρχή. Δες.

[ΠΗΓΗ: Σταύρος Σταυρόπουλος, αποσπάσματα από το βιβλίο του «ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ]

ΤΥΦΛΟΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΔΕΜΕΝΑ. ΟΤΑΝ ΚΟΜΟΤΑΝ ΠΑΝΩ ΤΟΥ ΕΝΙΩΘΕ ΕΛΑΦΡΥΣ ΟΛΟΣ:
Ο ΚΟΣΜΟΣ ήταν αγορασμένος. Γύρω του κούρνιαζαν νυσταγμένες οι οικογένειες. Ανακάτευαν μια φωτιά χαλασμένη. Με το ένα τους μάτι γυάλινο, τις ραγισμένες τους αγκαλιές στο τζάκι, τα εξασθενημένα, χωρίς ζωή, χνώτα. Τα σπίτια όλα ήταν από χειμώνα. Γυναίκες με κόκκινα, λυπημένα μαλλιά και άντρες ακατοίκητοι που έγερναν σαν άγνωστα τοπία. Παιδιά ξεκοιλιασμένα. Σε σχήμα σταυρού. Δεν μπορούσε κανείς να δει το στολισμένο τους πρόσωπο. Οι ψυχές, ένας πόλεμος. Να καταργηθεί το φτηνό ύφασμα, το άβουλο μέσα. Όταν. Είπε, να ενωθούμε και πέθανε. Σκαλισμένος έως το κόκαλο, χωρίς να θυμάται ονόματα. Τη νύχτα μεταμορφώθηκε πάλι σε ένα ακάθαρτο δέρμα. Θα ζήσει ξανά. Τα σβηστά είχαν πάλι ανάψει. Ρουφηγμένος και καταποντισμένος - υπήρχε ακόμη καιρός. Η ματιά του χρειαζόταν στρεβλώσεις. Του άρεσε να απεχθάνεται την πραγματικότητα. Οι γωνίες του σώματός του ήταν σιδερωμένες με φως. Ανελέητο φως και του αρκούσε. Στο κρεβάτι, ο σιδερένιος δεσμός [Σταύρος Σταυρόπουλος, Πιο Νύχτα δεν γίνεται
Περνούσαν οι μέρες και γιατί. Πετούσαν με τα ορθάνοιχτα μάτια τους. Σ’ ένα πηχτό, γνώριμο, αδιαπέραστο χρώμα. Μέσα απ’ τα ξεκούμπωτα ρούχα τους, η ομορφιά. Θα μπορούσε να σκοτώσει γι αυτήν. Αλήθεια. Θα μπορούσε να διαλυθεί. Από το στόμα της έβγαινε ίσια στον ωκεανό. Βαφόταν με κάτι τεράστια λέπια και μπορεί. Μόνο εκεί γινόταν να κατοικήσει. Φυτεμένος στον ουρανίσκο της. Σκεπασμένος από σάλιο, καθώς εμίκραινε. Όλο εμίκραινε. Σαν κερί που κάποτε τελειώνει.

Ήταν περισσότερο το τοπίο εκεί; Περισσότερο αυτή η εκπληκτική σιωπή; Θα ξεπερνούσε αυτό που φαινόταν για να γίνει πολίτης του αφανούς.

Ένιωθε εξουσιοδοτημένος. Σπαρμένος στην επιφάνεια της γης. Τον κρατούσε με πείσμα να μην βυθιστεί. Σαν νησί. Ο ήλιος το αναγνώριζε και συμφωνούσε. Του έβαζε την παραλία στα χέρια.
Θα στέκει από μια γωνιά, σ’ ένα ανθισμένο καιρό. Με ή χωρίς. Σε ένα καταυλισμό των σωσμένων. Δεν θα έχει λέξεις να πει, ιδέες να γράψει. Θα παίρνει εκείνο το παλιό λεωφορείο για τη θάλασσα. Θα αποβιβάζεται πάνω στα πρόσωπα των ανθρώπων. Θα τον αντέχει ο πρωινός ήλιος, θα χαμογελά μυστικά. Θα ανακατεύει τη λίμνη μέσα της.
Ό,τι υπήρξε, θα υπάρξει ξανά. Κάθε τι είναι απόσπασμα. Η μοναξιά του οριακού.
Και το οριακό δεν θυμάται ονόματα.

(απόσπασμα από το βιβλίο ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ, εκδ. Οξύ, 2011)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: