Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ή ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ (με ποιήματα ξεφτέρια):

Κατ’ αρχήν, δεν είναι ένας είναι πολλοί που χρόνια αναβοσβήνουν σαν αλάρμ μπας και τους δει ένας χριστιανός ή έστω ένας γερανός της οδικής βοήθειας. Ώσπου μια νύχτα –τσαφ- τους καίγεται η ασφάλεια κι έτσι, που λες, στα σκοτεινά τους βρίσκει ο μπόγιας τελικά και τους βαφτίζει μες στα σύγκρυα. Γι’ αυτό, λοιπόν, το μότο εδώ, παραχωρείται ως φωριαμός να βγάλουν να στεγνώσουν τα παπούτσια τους, τις κάλτσες, τις Δευτέρες, τις φανέλες τους, σλιπάκια, ματογυάλια και την πίστη τους κι όλοι να ξεχυθούνε τσίτσιδοι και εν δικαίω έξω στο- Πρώτη φορά βλέπω ορίζοντα να γδέρνεται (από μόνος του) πατόκορφα…  [από τη συλλογή του Γιάννη Στίγκα ΒΛΕΠΩ ΤΟΝ ΚΥΒΟ ΡΟΥΜΠΙΚ ΦΑΓΩΜΕΝΟ, εκδόσεις Μικρή Άρκτος 2014. Φαγωμένος κι ο Κύβος (ή Κύκλος) των παρακάτω αποσπασματικών στίχων – για δυνατούς λύτες η συναρμολόγησή τους: «πρώτα οι ουλές, λίγο μετά ο έρωτας. Μάλλον, μας βάλαν την καρδιά ανάποδα», «αν σ’ αγαπήσω κι άλλο χάθηκες», «Ξεφτέρι το ποίημα, με τρία κεφάλια τέσσερα πόδια διακόσια εξήντα έξι δόντια και τα μάτια του δεκατέσσερα γιατί έχει να φυλάξει –σύμφωνα με τις στατιστικές υπηρεσίες- περί τα εκατόν εφτά δισεκατομμύρια εννιακόσια εβδομήντα πέντε εκατομμύρια εξακόσιες τριάντα έξι χιλιάδες πεντακόσιους δεκαεννιά νεκρούς οι οποίοι ως γνωστόν έχουν εξελιχθεί, έχουνε ξεθαρρέψει και, ναι, ναι, προσπαθούν να διαφύγουν με δίκυκλα, τρίκυκλα, μοτοσακό, αερόστατα, ανεμόπτερα και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς…» « Όλα τα γεγονότα θα ’ναι τετράποδα  και δωσ’ του ποδοβολητά κλούβες βλαστήμιες κι ύστερα … χιόνι τα αποσιωπητικά κι αυτό σημαίνει πως εδώ είναι πια καιρός να πάμε με το μύθο…»


ΚΙ ΑΛΛΗ ΝΥΦΟΥΛΑ Φρανκεστάιν
Στη Μαντώ, Γιάννη μου

Το νιώθω, βασικά απ’ τα στήθη μου.
Το ’να σου χέρι του φονιά
τ’ άλλο σου χέρι βιολιστή
κι αυτό σημαίνει πως
με περιμένει η μελωδία
ή
πνιγμός

Τέτοια διαζευκτικά μου κάνεις
και με τρελαίνεις

ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΥΝΩΤΑΥΡΟΥ
έκαψα πολλές ευχές μέχρις εδώ
ιδρώνουνε στις χούφτες μου τα σπίρτα

Κι έτσι όπως με κυνηγούσαν όλα τους

τα πριν
το τώρα
τα  μετά

«κάτσε να πάρω μιαν ανάσα» είπα
κι ήταν κουβάρι ολόκληρο
τρελή ανάσα γόρδια

ξεροκατάπια

και κάπου στο λαιμό μου λύθηκε-
οχτώ χιλιάδες σπάγκοι ξαφνικά
να με τραντάζει ο βήχας
να φτύνω κάτι κέρατα:
ότι είμαι πια τριάντα εφτά
δεν έχω καταλάβει καν
το πιο μικρό μου δάχτυλο

αυτό θα πει διαμελισμός
αυτό θα πει λαβύρινθος

ξεροκατάπια ακόμη μια φορά

Θ’ ακολουθήσω την κλωστή
που βγαίνει από την μύτη μου
(το μακελειό της μιας
και μόνης πιθανότητας)

κι αλήθεια σου τ’ ορκίζομαι
πως πουθενά δεν έστριψα

αλφάδι ο δρόμος

σαν να τον έχει ανοίξει
βαριά μπουλντόζα
ή
η πίστη μου

και όλα τα διαζευκτικά τα –ι-
τα ξαποστέλνει ο βήχας

ΓΟΡΓΟΝΑ ή Ο ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ
Κουκλάρα ακριβοθώρητη με μυθικά βυζιά
όπου πολλοί τρελάθηκαν γι’ αυτά
να κατεβαίνουνε τρεμάμενα τα δάχτυλα μέχρις εδώ
γιατί από δω και κάτω αρχίζει η ιστορία με τα λέπια
με τη σφιχτή σου παρθενιά, τον πόνο του παράξενου.
Πάλι καλά, πάλι καλά,
αλλιώς θα σ’ έπαιρνε ο Ηλίας, ο Μπάμπης, ο Γεράσιμος
θα ’κανες τέσσερα παιδιά,
δουλειά στο σούπερ μάρκετ από Δευτέρα έως Σάββατο 
την Κυριακή να βγαίνουν οι ρυτίδες τα περιττά κιλά το θάμπωμα.
Ποιος ναυτικός θα σ’ ήθελε, μωρή;
θα νοσταλγούσες τρομερά τη θάλασσα
κι η νοσταλγία είναι πολύ πριόνι μάτια μου
θα σ’ έκοβε στα δύο συνοπτικά
χωρίς πελάγη κι επιμύθια
και χρατς και χρουτς και τέλος

ΣΕΡΗΝΑ (αυστηρά για ενήλικες)
Ντυμένη μόνο από το βλέμμα μου
(κι όλα τα ρούχα πεταμένα στην παρένθεση)
και να μιλά σα πυροφάνι σε παλιόκαιρο
κάτι σπαστά μαυλιστικά και νυφικά θυέλλης
τέτοια που παν στο βρόντο όλα τα ζητούμενα
η κράση μου η πίστη μου τα δυο μου τα γλαρόνια

κι έτσι φουντώνω σπαρταρώ ολόκληρος
το ρίγος λέω –το ρηγάτο μου-
πώς κατεβαίνουνε τα δάχτυλα τρεμάμενα
ανοίγω το λοιπόν το φερμουάρ
και ξεπηδάει τέτοιος –με το συμπάθιο- ο καημός

κι ακόμα μεγαλώνει

ΤΙ ΔΙΑΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥΤΟ;
Τώρα κρατάω σταυρό και με τα δυο μου χέρια

Ακολουθούσα τα καμένα σπίρτα.
Έχω τροχίσει από τα πριν.
Έχω απαυτώσει εννιά καημούς.
Έχω πολύ πυκνά μαλλιά.


Και τέλεια μνήμη

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΔΩ ΣΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΟΥ ΠΟΣΟΝ ΑΓΑΠΑΣ (ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο)

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: