ΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ Ο ΤΥΧΟΔΙΩΚΤΗΣ ΥΠΝΟΣ ΚΑΙ ΟΣΑ ΕΙΧΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ:

Εφτά ουρανούς γυμνό βουνό την είδαν που σκαρφάλωνε –ως την κορφή της Nanga- κι αλόγιστα ομόρφαινε το υποβαρές του ύψους στης θέας το λεπίδι ακονίζοντας το φτερωτό της ποίημα. Την είδαν που το χέρι της έφτανε στη σελήνη με ιλίγγους δεκατέσσερις της έκλεβε τον οίστρο να τον περάσει στο λαιμό τον ακλινή του Κύκνου. Μα ένα πρωί της έχασαν τα ένοχα τα μάτια, εφτά ουρανούς ξετύλιγο του κόσμου το κουβάρι το πέταξε και χάθηκε στον αφαλό της λίμνης. Άκλαυτη πέτρα αμίλητη κι από καιρό φευγάτη [NANGA – ΕΦΤΑ ΟΥΡΑΝΟΙ από τη συλλογή της Λίλιαν Μπουράνη ερώματα, εκδόσεις Μανδραγόρας 2012 – ART by Loui Jover Tutt'Art]




ΑΝ-ΕΠΑΦΗ ΕΠΑΦΗ
Όσο κι αν ξεφλουδίζει ο καιρός
ανέπαφος πάντα θα αναδύεσαι
μεσ’ απ’ της μνήμης τα λεπτά επιχρίσματα.
Νωπός
με το Μινωικό σου κόκκινο να αιμορραγεί
πάνω στης σελήνης την ωχρή έκλειψη.
Ζεστός σαν Λίβας που αναδεύει
δίψας παλιάς λιπόθυμους κόκκους.
Θεός του πάθους
Μονογενής
στης εμμονής μου τον περιστρεφόμενο θόλο.
Βωμός αρχαϊκός
λαξεμένος στα άδυτα
της προσωπικής μου ειδωλολολατρίας.

ΕΠΙ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ
Το πιο σπαρακτικό Επιτάφιο δάκρυ
το είδα να κυλά από έναν φαλλό
την ώρα που θυσίαζε
κάποια μονάκριβη
ειλικρινή του επιθυμία.
Και τότε
πρόσταξα το σώμα μου ν’ ανθίσει
σαν έφηβης παρθένας
για να τον στεφανώσει.
Μα ήμουν ολόκληρη Σταυρός.
Ανάβλυζε το αίμα
απ’ το δεξί μου μάγουλο
κι απ’ της καρδιάς το αγκάθι.

Πρέπει να μάζεψα τα πράγματά μου σε κάποια στιγμή έκστασης. Μάλλον σήκωσα και τους τοίχους γιατί η πόρτα αυτονομήθηκε. Ανοιγοκλείνει στο κενό έκτοτε. Θα μπεις; Θα βγεις; Έρχεται βροχή

APASSIONATA
Σχήμα παλιό
που πια δεν σε χωρά
ετούτη η νύχτα.
Να λείπεις ο μισός
κι ο άλλος μισός να κρύβεσαι
στις σκιές των περαστικών.
Κι είχα καιρό ν’ ανάψω
τόση Πανσέληνο,
τόση Πανσέληνο,
για να μ’ επιθυμήσεις.

Ω μικρή σαρκοφάγα μου αγάπη, ως πότε θα σε σώζει η αυταπάτη ότι διαπλέεις τον οίνοπα πόντο; Κάποτε θα διαβάσεις τον α. 183 στίχο της Οδύσσειας και θα πνιγείς μέσα στο αίμα μου

ΔΕΝΔΡΟ
Είμαι ένα δένδρο γυμνό
που πληθαίνει στη ρίζα.
Δεν έχω ίσκιο.
Τα φύλλα μου στη γη τα ρίχνω
για να αφρατεύει το χώμα
κι απ’ τα λουλούδια μου
είναι οι στήμονες κομμένοι
μη γίνει ο ύπνος μου μυριστικός
και λιγοθυμήσει
κανένα όνειρο ανήλικο
μες στο αειθαλές δικό μου.
Ανήκω μόνο στη βροχή
στον άνεμο
και στην βουρκωμένη
ερημιά του τοπίου.
Μου ανήκει
το τρέμουλο
μιας πλάτης
που ακούμπησε φευγαλέα
ο δισταγμός του μαχαιριού
πριν με χαράξει για πάντα.

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ
Θάνατος είναι
οι μεσήλικες γυναίκες
που γράφουν ποιήματα
στης σιωπής
τα καταπατημένα περιθώρια.
Το ψεύδος
που λύνει το στηθόδεσμο
πίσω απ’ το παραβάν.
Θάνατος είναι
η κερδοσκοπία
του χαμένου χρόνου.
Η αντισεισμική μόνωση
των ορόφων.
Ο διασκελισμός
μεταξύ συρμού
και αποβάθρας.
Το κενό
που –μόλις-
δεν πρόσεξες.

Θρηνώ των λέξεων την ασήμαντη θυσία όταν ανατέμνονται τα σχήματα και η άβυσσος μου επιστρέφεται ολόκληρη

Άσπρη Πέτρα Κάτασπρη, την πετάς στον Ουρανό κι επιστρέφει Ποίημα: ελάτε, λοιπόν, να πετάμε πέτρες να περάσουνε τα χρόνια!.. Γιατί, έτσι, πίσω απ’ την καθημερνή κόλαση των Λέξεων ανασαίνουν ποιήματα και το καθαρό τους νόημα καθρεφτίζει παντού μια φανταστική ευτυχία που σε μεταμορφώνει σε πουλί που ξέρει μόνο από κελαηδισμούς …   
Ταδε Έφη Κάρμα Deep Punctum κ ART ά SOS

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: