ΕΝΑΣ ΠΟΥ ΕΧΑΣΕ Ο,ΤΙ ΕΙΧΕ ΝΑ ΧΑΣΕΙ, ΕΧΑΣΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ

Μια αταξινόμητη θλίψη οδήγησε τα βήματά μου σ’ αυτή την ηλικία, όπου δεν είμαι πια ο ίδιος και δεν μπορώ να το πω σε κανέναν πως συνηθίζεται κάποτε αυτή η καθημερινότητα, το ατελές του βίου να μην πιστεύεις σ’ αυτά που ακούς, σ’ αυτά που βλέπεις. Κουβαλάω λοιπόν, κάποιες κακές συνήθειες να σκαλίζω π.χ. τη μύτη μου στο επέκεινα, να λερώνω πάντα το λευκό τραπεζομάντηλο με μια σταγόνα κόκκινο κρασί… Ένας κακός ευτυχισμένος άνθρωπος είμαι που κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη… Κανένας δεν μου έδωσε το κλειδί ούτε έμαθε ποτέ κανείς προς τα πού πήγα ποια κατεύθυνση πήρα σε ποια καταλύματα της μιας βραδιάς κοίμισα το κορμί μου!.. Τώρα, που όλοι γίναμε ο εαυτός μας, πού ’ναι η Επανάσταση να μας χαρίσει μια πλαστή ταυτότητα; !   [απόσπασμα από τα ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΑ ΒΙΟΥ ανέκδοτη ποιητική συλλογή του Σωτήρη Παστάκα με ΚΛΙΚ στην εικαστική παρέμβαση της Κατερίνας Δραμινού κι άλλα Αποκόμματα Βίου Αβίωτου: Δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο ο άνθρωπος για ν’ αφήσει πίσω του μνημεία]



ΕΝΑΣ ΚΑΚΟΣ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΜΑΙ, ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ:
Είμαι κακός και το γνωρίζετε όλοι σας.
Σταματήστε να με ζωγραφίζετε,
να χύνετε τις μπογιές και τα χρώματα,
ξεπλύνετε τα πινέλα και σκίστε
το τελάρο, Πετάξτε από πάνω μου
αυτόν το λευκό μανδύα του ποιητή.
Σταματήστε επιτέλους να με φωτογραφίζετε
και να ζητάτε συνεντεύξεις.

Ένας κακός ευτυχισμένος άνθρωπος είμαι.

Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες
είδα το μπερντέ που στήνει η θάλασσα
μόλις εγκατέλειψα την κοιλάδα των δακρύων.
Σε μια στροφή του δρόμου,
είδα τους μοναχούς να γράφουν το ένα
και μοναδικό βιβλίο που δεν γνωρίζει
εσπερινό και όρθο, αντιλήφθηκα
πως είναι οδυνηρό να κοιτάζεις

τον εαυτό σου στον καθρέφτη.

Ξέρω το δρόμο, απλώς δεν τον βλέπω
πόσοι θα πεθάνουν ακόμη,
πόσοι θα σηκωθούν από τον τάφο τους
Λύκους ακούω φωνές να μου λεν
να σκοτώσω όσου μπορώ περισσότερους.
Ένα άλογο φτιαγμένο από ομίχλη θα πριονίσει
τα δένδρα, με αργό καλπασμό έξω απ’ το δάσος
πίσω στον τάφο μου θα με οδηγήσει

να ξεπλύνω το αίμα μου από το αίμα των λύκων.

Από εδώ παίδες, δεν μπορώ να γυρίσω
πίσω –Τι κάνουμε; Είμαι στη μεγάλη περιοχή
και είσαστε στις όχθες της λίμνης
αόρατο πλήθος. Χρειάζομαι ενισχύσεις,
Διατάξτε με επιστήμονες, ιππότες του αόρατου
φροντιστηρίου, ενημερώστε με για
τις παρενέργειες, τα παρασκευάσματα, τα αντίδοτα

έτοιμος είμαι να αυτολογοκριθώ – Χαμογελάστε!..

Βγήκα απ’ τον τάφο μου τον Δεκέμβριο
του δώδεκα Δευτέρα δεκαεφτά
πεινούσα και δεν χόρταινα, δεν μπορούσε
να με νικήσει το όνομα, ο λόγος,
ο κόσμος. Κανένας δεν μου έδωσε το κλειδί
ούτε έμαθε ποτέ κανείς προς τα πού πήγα
ποια κατεύθυνση πήρα σε ποια καταλύματα
της μιας βραδιάς κοίμισα το κορμί μου. Κανένας

δεν ζητάει ταυτότητα από ένα νεκρό.

DOLCE
Ο γαλάζιος καπνός της εξάτμισης
αιωρείται ακόμη και όταν το αυτό-
κίνητο έχει στρίψει πλέον τη γωνία,
μεταβάλλει την τοπογραφία του δρόμου,
την καθημερινή προοπτική όσων μένουν
για πάντα εδώ, θαμώνες αδιάφοροι
της τρέχουσας ζωής όπως κι εγώ,
που ξέρουν πολύ καλά από κατακτήσεις
κι απώλειες και πως από στιγμή σε στιγμή
κι από ώρα σε ώρα αλλάζουν χρώμα τα μάτια
σαν τα δικά σου που έγιναν γαλανά
αυτομάτως, μόλις με αποχαιρέτησες.

ΣΥΜΗ ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ
Πιο γαλάζια η θάλασσα μετά τη μεσημβρινή
κατάκλιση. Λουλουδιασμένο Μάη πλάγιασα
και ξύπνησα Φθινόπωρο. Έρημη ακρογιαλιά,
φωνή καμία. Όγκοι ραθυμίας υψώνονται
γύρω μου, βουνά και πέτρες κι ερειπωμένα
κτίσματα που ήρεμα ανθίζουν και φουντώνουν.
Ίζημα ζωής όλος ο χρόνος που έχασα, πίσω
ξανά θα μου δοθεί με τόκους και μερίσματα,
στη Σύμη ακόμη μια φορά, κάποιο άλλο Καλοκαίρι.

ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Χθες βράδυ, ήρθε και με βρήκε
ο πατέρας μου, κι ήταν είκοσι χρονών
με τα μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω,
με το κουστούμι του φοιτητή
και με το βλέμμα, εκείνο το αισιόδοξο
βλέμμα για τη ζωή και τον κόσμο.

Όχι, το σταυρωτό σακάκι και την γραβάτα
δεν τα παράτησε, μέσα στον ίδιο χρόνο,
από πρωτοετής της Νομικής ζωέμπορος
με πλαστή ταυτότητα, το ρεβόλβερ
στον κόρφο του και το ΕΑΜ στους λόγους του,
σε βουνά και πλατείες της Θεσσαλίας.

Μες το δικό μου κουστούμι τριακοντούτης,
σκέφτομαι πόσο πάλεψα να τα αποδεχτώ
και τη γραβάτα μου κι αυτόν.
Τώρα, που όλοι γίναμε ο εαυτός μας,
πού ’ναι η επανάσταση να μας χαρίσει
μια πλαστή ταυτότητα, πατέρα;
[από τη συλλογή Η ΜΑΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ, εκδόσεις Μελάνι 2006]

Ανοίγω μια κονσέρβα μόνο
Ρίο Μάρε για μένα
και μία γατοτροφής για τον Χόρχε.
Με τα σημερινά κονσερβοκούτια
δεν μπορείς να σφάξεις κανέναν

Τα πάντα διέπονται από τους νόμους της κίνησης: η ανάγνωση, η στύση, η ανάπτυξη των φυτών, το ξεφύλλισμα ενός βιβλίου, ο μπλε καπνός της εξάτμισης ενός αυτοκινήτου, η φλέβα που φουσκώνει στο λαιμό... Τα πάντα υπακούουν στη στάση: οι κουρτίνες που κοκαλώνουν στις πτυχές τους, μια άθικτη μερίδα ντολμαδάκια, το βλέμμα που παγώνει πάνω από ένα παπάκι στην παραλιακή...Η βάρκα που αποπλέει με το γυμνό κορίτσι στο εξώφυλλο… Με κριθαρόζουμο και σκόρδο χτίστηκαν οι πυραμίδες. Δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο ο άνθρωπος για ν’ αφήσει πίσω του μνημεία.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΔΩ ΣΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΟΥ ΠΟΣΟΝ ΑΓΑΠΑΣ (ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο)

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: