ΣΤΗ ΔΙΣΤΑΚΤΙΚΗ ΕΡΩΜΕΝΗ που με σάρκα από πηλό και φώσφορο σιώπα στην ΕΡΗΜΟ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ:

Τώρα αμέσως, σαν όρνια ερωτικά, ας καταβροχθίσουμε το Χρόνο Εντελώς! Ας μην αργοπορούμε στις αργές δαγκάνες του… Ας τυλίξουμε όλη τη ζωτικότητα και τη γλύκα μας σε μια Σφαίρα, ο ένας τον άλλο ηδονικά σκίζοντας με μια άγρια πάλη μες στις Σιδερένιες Πόρτες της Ζωής… Κείνο που μου ’δωσε ήταν απερίγραπτο, μια αίσθηση από ρεύμα ηλεκτρικό, ένα φευγάτο πεταλούδισμα όταν με κοίταζε, όταν με πέρναγε από το κόσκινο της ηδονής της!..  Αλίμονο στα μάτια που θα σε δουν κατάματα κι αλίμονο στα κορίτσια που σ’ αγαπούν παράφορα μα χίλιες φορές αλίμονο στην ομορφιά του κόσμου…  [Νάνος Βαλαωρίτης, κτερίσματα στίχων από τη συλλογή ΓΡΑΜΜΑΤΟΚΙΒΩΤΙΟΝ ΑΝΕΠΙΔΟΤΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ Ύψιλον/ Βιβλία 2010 και από την ΑΝΙΣΟΡΡΟΠΗ ΜΟΥΣΑ 1963– στη συνέχεια ανθολογούνται από τις παραπάνω συλλογές τα ποιήματα: ΣΤΗ ΔΙΣΤΑΚΤΙΚΗ ΜΟΥ ΕΡΩΜΕΝΗ, ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ και η ΓΟΛΕΜ]



ΣΤΗ ΔΙΣΤΑΚΤΙΚΗ ΜΟΥ ΕΡΩΜΕΝΗ
Αν είχαμε Χρόνο και Κόσμο αρκετό μπροστά μας
Δεν θα ’ταν έγκλημα κυρά μου οι δισταγμοί σου
Θα αποφασίζαμε πού θα πηγαίναμε να περάσουμε
Την Ατέλειωτη Μέρα της Αγάπης μας
Εσύ στου Ινδού Γάγγη ποταμού την όχτη
Θα ψάρευες Ρουμπίνια. Εγώ στην άμπωτη
Του Άμπερ θα θρηνούσα. Θα σ’ αγαπούσα
Δέκα χρόνια πριν απ’ τον Κατακλυσμό.
Κι εσύ αν ήθελες θα μ’ αρνιόσουνα
Ίσαμε των Εβραίων τη Βάπτιση
Η φυτική αγάπη θα μεγάλωνε
Μεγαλύτερη από Αυτοκρατορία και πιο αργή.
Εκατό χρόνια θα πήγαιναν σ’ επαίνους
Των Ματιών σου και το Μέτωπό σου
Να θωρώ. Άλλα διακόσια να Λατρεύω
Το κάθε σου Βυζί και τριάντα
Χιλιάδες χρόνια για όλα τα υπόλοιπα.
Μια εποχή για κάθε μέρος του κορμιού σου
Και η Τελευταία Εποχή θα ’δειχνε την Καρδιά σου
Γιατί Κυρά μου μια τέτοια Θέση σου αξίζει.
Δεν θα σ’ αγαπούσα για μια φθηνότερη Τιμή
Μα πίσω από την πλάτη μου διαρκώς ακούω
Του Χρόνου το δρεπανηφόρο άρμα γρήγορα
Να καλπάζει κι απέραντη μπροστά μας
Ν’ απλώνεται η Έρημος της Αιωνιότητας.
Η ομορφιά σου ποτέ πια δεν θα ξαναγίνει
Ούτε στα μαρμάρινό σου μνήμα θ’ αντηχήσει
Το τραγούδι μου. Τότε τα σκουλήκια θα γευτούν
Την τόσο ζηλότυπα φυλαγμένη Παρθενιά σου
Κι η πολύτιμη Τιμή σου θα ’ναι σκόνη.
Κι ο δικός μου ολόκληρος ο Πόθος στάχτη.
Ο Τάφος είναι μια πολύ ωραία και ήσυχη γωνιά
Μα κανείς μέσα εκεί θαρρώ δεν αγκαλιάζει.
Τώρα λοιπόν όσο το ζωηρό χρώμα της νιότης
Ροδίζει στο δέρμα σου όπως η πρωινή δρόσος
Κι ενόσω η πρόθυμη ψυχή σου βγάζει
Από τον κάθε πόρο σου έντονες φωτιές
Ας απολαύσουμε ακόμα όσα προλάβουμε
Και τώρα αμέσως σαν όρνια ερωτικά
Ας καταβροχθίσουμε το Χρόνο Εντελώς
Ας μην αργοπορούμε στις αργές δαγκάνες του
Ας τυλίξουμε όλη τη ζωτικότητα
Και τη γλύκα μας σε μια Σφαίρα
Ο ένας τον άλλο ηδονικά σκίζοντας
Μια άγρια πάλη μες στις Σιδερένιες
Πόρτες της Ζωής. Έτσι και αν δεν καταφέρουμε
Να σταματήσει ο Ήλιος, θα τον υποτάξουμε

[από την ποιητική συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη «Γραμματοκιβώτιον Ανεπίδοτων Επιστολών», Ποιήματα 2002-2006, Ύψιλον/ Βιβλία Αθήνα 2010]

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ
Ενθάδε κείται η ιδέα που σχημάτισα για τον εαυτό μου
Και μια φωνή μου ψιθυρίζει να ’ρθω εδώ να μείνω
Στο κοιμητήριο των καλών προθέσεων στον τάφο μιας ωραίας ελπίδας
Όπου θα καταθέσουνε στεφάνια οι ανθοδέσμες κι οι αυταπάτες

Ενθάδε κείται η ιδέα που είχα για τον εαυτό μου
Ολόκληρο ένα κεφάλαιο της ζωής μου είναι εδώ κλεισμένο
Όταν όλα πήγαιναν καλά κι ήτανε όλα ρόδινα
Μέσα στο βιβλίο που ήμουνα ο ίδιος, θύτης, θύμα κι αναγνώστης

Αλλά δεν ήρθε εγκαίρως ο εαυτός μου στο μέρος το καθορισμένο
Ίσως να σταμάτησε ένα ρολόι – κι ίσως αυτός που διάβαζε
Να πήδηξε μια σελίδα απ’ το βιβλίο και να τ’ άφησε
Ίσως ν’ άλλαξαν οι προφητείες και να σκοτείνιασαν οι οιωνοί-

Κι έμεινα με τη μετασχηματισμένη  ιδέα του εαυτού μου
Και τώρα ενθάδε κείται ο θυρωρός της σκέψης μου της κεντρικής
Με τα’ αντικλείδι μου στου νου το χέρι ο κλέφτης
Κι ο παλιατζής των αποφάσεων μου

Ενθάδε κείται ωραία προκλητική η σελίδα
Η χαμένη από τον εαυτό μου – αλλά κανείς δεν έμαθε
Ποτέ το πώς και το γιατί να σκίστηκε από το βιβλίο
Με τέτοιον τρόπο οριστικό και μυστηριώδη κι άγνωστο.

(από τη συλλογή Η ΑΝΙΣΟΡΡΟΠΗ ΜΟΥΣΑ του Νάνου Βαλαωρίτη – περιέχεται και στη συγκεντρωτική έκδοση ΠΟΙΗΜΑΤΑ-2 (1965-1974, Εκδόσεις Ύψιλον)

Η ΓΟΛΕΜ
Σε μια κάμαρα ξενοδοχείου κοιμόταν
Μια όμορφη που δεν θυμόμουν πια
Αν την είχα ξαναδεί στον ύπνο μου
Σε τρένο, πλοίο ή σ’ αυτοκίνητο

Η αναπνοή της ήταν φυσική σαν φυσαρμόνικα
Ήξερα πως αν την ανασήκωνα θ’ ανοίγανε
Τα μάτια της και θα ’βγαινε απ’ το στόμα της
Σαν άχνα ο στεναγμός που κάνουν τα κουκλάκια

Τ’ άστρο που τη φώτιζε ήταν ο Εωσφόρος
Μια λιμουζίνα του Θεού την είχε αφήσει εδώ
Σταλμένη από ψηλά σαν έμμονη ιδέα
Με το γαλάζιο χρώμα του ουρανού στα μάτια της

Με σάρκα από πηλό και φώσφορο
Με γλώσσα από υδράργυρο, συκώτι από χαλκό
Καρδιά χρυσή – στομάχι γυάλινο – φιλί ασημένιο
Κι ο θυρεός του σεξ στα δυο της πόδια ανάμεσα

Ρινίσματα από νίκελ στη βραχνή φωνή
Λόγια αδιάφορα και μυστηριώδη μια κλαγγή από σίδερο
Έμβλημα διακριτικό του φύλου το δέρας το χρυσόμαλλο
Ένας θάμνος φουντωτός σε μια βαθιά χαράδρα

Κείνο που μου ’δωσε ήταν απερίγραπτο
Μια αίσθηση από ρεύμα ηλεκτρικό
Ένα φευγάτο πεταλούδισμα όταν με κοίταζε
Όταν με πέρναγε από το κόσκινο της ηδονής της

Ανάμεσα στα δυο βυζιά της ανακάλυψα
Ένα κουμπί που είχε επάνω τ’ αρχικά της
Ψηφία σε μια γλώσσα πεθαμένη κι άγνωστη
Που τη μιλούσαν οι άγγελοι πριν από τον άνθρωπο

Για να μην μείνει αμφιβολία στον ιστό
Της ομορφιάς που κυματίζει επάνω της
Σαν πυρκαγιά η αγάπη μας ξαπλώθηκε
Μες στο φθαρτό κορμί στοιχείο ακατάλυτο

Μα πώς να καταστρέψω μέσα μου μια σκέψη
Πώς να ξεφύγω απ’ την ανάσα της που μ’ αναπνέει
Πώς να διαρρήξω τον κλοιό της μυρωδιάς της
Πώς να γλιτώσω απ’ τον ήχο της στ’ αυτιά μου

Ένα ένα ξαναπήρα τα χαρακτηριστικά της
Τα νεύρα τα πλευρά τις φλέβες τα έντερά της
Σιγά σιγά την άδειασα ώσπου δεν έμεινε
Παρά μονάχα μια αρχική σταγόνα φως

Ένας λεκές, σκουριά της υγρασίας
Στα φύλλα ενός παλιού βιβλίου
Όταν τα γύριζε σ’ ένα παράθυρο ο αγέρας
Και τα χτύπησε μια αχτίδα του ήλιου.

(από τη συλλογή Η ΑΝΙΣΟΡΡΟΠΗ ΜΟΥΣΑ του Νάνου Βαλαωρίτη – περιέχεται και στη συγκεντρωτική έκδοση ΠΟΙΗΜΑΤΑ-2 (1965-1974, Εκδόσεις Ύψιλον)

Τα ίδια και τα ίδια και ξανά τα ίδια και φτου κι από την αρχή- Τα ίδια πράματα τα ίδια λόγια οι ίδιοι δρόμοι οι ίδιοι άνθρωποι οι ίδιες φάτσες οι ίδιοι χρόνοι – δεν αλλάζουν με κανένα τρόπο. Το ίδιο τροπάρι –τα ίδια λόγια, τα ίδια χρώματα τα ίδια πατώματα και αυτοί που τα πατάνε οι ίδιοι. Τα ίδια καθίσματα τα ίδια τραπέζια – και όπου κάθονται, τα ίδια πίνουν – τα ίδια λένε και τα ίδια γράφουνε και ξαναγράφουνε και για ν’ αλλάξουν λιγάκι πάλι, στα ίδια και τα ίδια και τα ίδια συζητάνε και τα ίδια θέματα τα ξανασυζητάνε –..Στην ίδια γη… στο ίδιο σύμπαν απάνω στην ίδια τροχιά του και με την ίδια πάντοτε αυξανόμενη ταχύτητα, ίδιο τέλος της αρχής, της ίδιας πάντοτε αρχής το τέλος, το ίδιο ιδιαίτερο, το ιδιαίστατο, το ανάλλαχτο – κι ανάμεσα πάλι τα ίδια, οι ίδιες σαχλαμάρες κι οι ίδιες εξυπνάδες, οι ίδιες επιτυχίες και αποτυχίες τα ίδια παράπονα, τα ίδια πηγαινέλα – τα πινέλα, τα μπουγέλα κι οι ίδιοι παράφρονες οι άσωτοι και οι άφρονες τα ίδια καταχθόνια πράγματα και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια...


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΔΩ ΣΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΟΥ ΠΟΣΟΝ ΑΓΑΠΑΣ (ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο)

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: