ΘΑ ΠΛΗΜΜΥΡΙΣΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΟΝΕΙΡΑ ΜΕ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ ΝΑ ΣΕ ΓΕΜΙΣΕΙ ΦΙΛΙΑ

Και το κορίτσι που ονειρεύτηκες στους ολόφωτους κάμπους μπορεί κι αυτό να ’χει το ίδιο χαμόγελο της χαραυγής όταν το αγκαλιάσεις και το φιλήσεις τυφλά… και θα συναντήσεις την αστραπή που θα σου δώσει το βλέμμα της το νεραντζοφιλημένο.  Και σ’ αυτήν την ονειρεμένη πολιτεία μπορεί κι εσύ να ’χεις την ίδια σου την καρδιά βαθιά κρυμμένη μες τη δική μας μνήμη για τους σκληρούς κι ανήσυχους καιρούς που είναι να έρθουν… Μα, έλα εσύ, τίναξε το βαρύ χαλινάρι που εμποδίζει τα όνειρα να φορέσουν αστραφτερά πουκάμισα και τραγούδησε ένα δικό σου αστέρι να σου πλαταίνει τα όνειρα, να σου φυτεύει περιβόλια με τριαντάφυλλα χελιδόνια και να σου δείχνει μ’ ένα βαθύτερο δάχτυλο τους φίλους και τους εχθρούς με τ’ όνομά τους το αληθινό… Να κατέβει ο Γαλαξίας να γίνει περιβόλι, να ’ρθουνε τα ποτάμια να γίνουν ένα ρέμα για να νιφτούν οι άνιφτοι να πιουν οι διψασμένοι να χτίσουν κι αυτοί ένα χαρούμενο σπίτι. Έτσι, θα ξέρεις περισσότερα νησιά κι από την ίδια τη θάλασσα, περισσότερα πουλιά κι από τον ίδιο τον ουρανό, μη τυχόν γελαστείς και νομίσεις πως στ’ αλήθεια οι γυναίκες τη νύχτα χάνουν την ασκήμια τους και γίνονται όμορφοι άγγελοι που γλιστράν σιωπηλά να ξεχάσουν τον πόνο της μέρας στη θερμή αγκαλιά σου… Αλλά να ξέρεις ότι τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε ότι είναι πραγματική η θάλασσα που σφαδάζει πάνω στα βράχια σαν γυναίκα αλυσοδεμένη στη στεριά Όμως πρέπει πρώτα να χαράξουμε στην πέτρα ένα χαμόγελο, ν’ ανάψουμε στους στίχους μερικές μεγάλες φωτιές όπως το απαιτούν οι συνήθειες των ναυαγών και η φαντασία των ποιητών  [εισαγωγικό από το ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΥΓΗΣ του Νάνου Βαλαωρίτη από το βιβλίο ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1 εκδόσεις ύψιλον1983 – ARTWORKS: Amit Sharma]


ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΥΓΗΣ (άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτο του –ΣΟΛΩΜΟΣ)
-Ι-
Σ’ εσένα που καρτεράς τη θάλασσα να ’ρθει να σε βρέξει με τα νερά της
όπως έρχεται ένα κορίτσι να σε γεμίσει φιλιά
όπως έρχεται ένας αγέρας βορινός να σου φέρει το παραμύθι του κάμπου
όπως έρχονται οι λεμονιές να χορέψουν στο ματωμένο σου στήθος
ένα βράδυ του Μαγιού απ’ τα περβόλια της Νάξος
στολισμένες με κόκκινα τριαντάφυλλα να πλημμυρίσουν τα μάτια σου όνειρα.

Σ’ εσένα που καρτεράς να ξαναρθούν τα κοιμισμένα καράβια να γεμίσουν την αγκαλιά σου θυμάρι
και να σου φέρουν ένα τραγούδι θαλασσινό που θα μαγέψει τα’ αυτιά σου
κι η θάλασσα να βγάλει ανθούς να γίνει περιβόλι
κι οι περιβολάρηδες να βυθιστούν στη μεθυσμένη αγκαλιά του Μαΐστρου.

Σ’ εσένα που καρτεράς την άνοιξη να κατέβουν οι χωριάτες με κόκκινα τριαντάφυλλα στα μαλλιά τους
με φλογέρες και με γυμνά κορίτσια στην αγκαλιά τους
να χορέψουν να πιουν και ν’ ανάψουν φωτιές μες στ’ αμπέλια
να σφίξουν τα ολόλευκα στήθια για να φύγουν τ’ αστέρια
να κλειδώσουν τ’ ασημένια τους μπράτσα στ’ αναμμένα κορμιά
να ντρέπεται ο Αυγερινός να χαμηλώνει τα μάτια του
να κοιτάζει κι η Πούλια να ζηλεύει και να παραπονιέται.

Σ’ εσένα φίλε που βγαίνεις με το πουκάμισο της χαραυγής να γιορτάσεις
σ’ εσένα με τα χαμηλωμένα μάτια και της σφιγμένη καρδιά
σ’ εσένα που λογαριάζεις πως είναι δύσκολο να λυθούνε τα μάγια
που σε κρατάνε δεμένο τόσο καιρό μέσα στην ίδια σου την αράχνη
σ’ εσένα που στάθηκες βουβός μπροστά στις αμυγδαλιές
σ’ εσένα και σ’ όλους εκείνους που έμειναν βυθισμένοι μες στο βαρύ μετάξι του ύπνου
στέλνω τ’ αναπάντεχο κι αστραφτερό τούτο μήνυμα:
«Ενωθείτε παιδιά πριν ναυαγήσουν τα στήθια σας
μες στην πυκνή σάρκα της λησμονιάς λάφυρο μιας τεχνητής καλοσύνης
κι ελάτε όπως ο άνεμος μες στις υγρές κοιλάδες
να προσκυνήσουμε γυμνοί τη μεγάλη δυναστεία του κριθαριού.
Ενωθείτε παιδιά πριν πεθάνει οριστικά το γέρικο σπαθί του μπάρμπα-Γαλαξία
κι ελάτε τρυφεροί όπως τ’ ανήλικα χορτάρια της Γκιώνας
να φορέσετε τη χιλιοκεντημένη μορφή της θύελλας
και να γαμπροστολίσετε τ’ ανθισμένα ποτάμια σας
μ’ ένα γιγάντιο σπαθάτο γαρούφαλλο
και θα γλιστρήσουν τα ίδια σας τα βουνά μες στις βαθιές κι απελπισμένες χαράδρες
και θ’ αντηχήσουν τα βήματά σας μες στην πικρή καρδιά του ανέμου
και στ’ αφιλόξενα τούτα παράλια θα προσμένουν τη δύναμή σας ένα πλήθος καράβια.
-ΙΙ-
Γι’ αυτό κι εσύ που μας άκουσες να γίνεις δάσος να κυβερνήσεις την άνοιξη
γι’ αυτό μπορεί κι εσύ που μας είδες να γίνεις ουρανός να κυβερνήσεις τα άστρα
φτάνει να το θελήσεις
κι όλες οι παιδικές σου ελπίδες μπορεί κι αυτές να ’χουν πεθάνει
οι κούκλες, τα κάστρα, οι ναύτες και τα παιχνίδια
και το κορίτσι που ονειρεύτηκες στους ολόφωτους κάμπους
μπορεί κι αυτό να ’χει το ίδιο μαρμαρωμένο χαμόγελο
όταν την αγκαλιάσεις και τη φιλήσεις τυφλά
και σ’ αυτήν την παγωμένη μας πολιτεία
μπορεί κι εσύ να ’χεις την ίδια σου την καρδιά
βαθιά κρυμμένη μες στη δική μας μνήμη
φτάνει να μην ξεφύγεις όταν θα νιώσεις την αστραπή να σιμώνει
σε μιαν άλλη πικρότερη φαντασία
φτάνει να μην απλώσεις γύρω σου τ’ αμέτρητο πλήθος
μιας εκατόφυλλης μοναξιάς
γιατί θα σηκωθείς ένα πρωί κουρασμένος ν’ αγναντέψεις τα σπίτια
και ο καπνός δε θα ’ναι πια τότε το κόκκινο φίδι
που θα τυλιχθεί στο λαιμό σου όταν στερέψει τ’ όνειρο
που θα σταθεί στο πλευρό σου να ξαναφέρει
το κορίτσι με τα γλυκά πορτοκαλιά,
το κορίτσι με τ’ άσπρα κύματα
το κορίτσι με τα νησιά με τους γλάρους και τα κοράλλια.
-ΙΙΙ-
Είναι βαθιά τα ποτάμια τους μα δεν έχουν αμυγδαλιές
είναι γυμνά τα βουνά τους μα δεν έχουν υπομονή
κι είναι δύσκολοι σύντροφοι για έναν άνθρωπο που αλλάζει καρδιά
αυτά τα χωματένια παιδιά.

Και να που θα βγαίνουν αμέτρητοι
από τα πέτρινα στήθια μιας μεγάλης αυγής
και να που θα γεννιούνται κατάχλωμοι
από τα όνειρα μιας ασάλευτης γης
θαλασσινοί που λησμόνησαν τα καράβια τους στο βυθό
βασιλιάδες που ονειρεύτηκαν μια βαθύτερη κόρη
και μυστικοί δολοφόνοι ντυμένοι σαν άγγελοι και παρθένες
θα ’ρχονται να κουρελιάσουν τον ύπνο μας μ’ ένα κρυμμένο σπαθί
κι άγνωστοι μα σοφότατοι αστρολόγοι
μας δείχνουν τους ουρανούς βυθισμένους μες στα νυχάτα τους δάχτυλα
και μαντεύουν το θάνατό μας
για τις μεγάλες μας αποφάσεις μια στάχτη παντοτινή.

Και να που θα περάσουν μια μέρα κι απ’ τη δική σας κοιλάδα
να σας αλλάξουν τα στήθια τους με κοράλλια
να σας τρυπήσουν τον Αύγουστο με το διπλό κοντάρι της χαραυγής
να σας αρπάξουν τα όμορφα παλικάρια
για να τα σπείρουν άδοξα μες στο βυθό της θάλασσας
και θα σκορπίσουν κάποτε τα κοιμισμένα καράβια σας
με τον ήλιο και με τη δύναμη ενός μεγάλου καθρέφτη
που έφεραν από μια ξένη χώρα να σας διδάσκει παντοτινά
ένα μάθημα για τις σκλαβωμένες καρδιές
ένα σύνθημα για τους σκληρούς κι ανήσυχους καιρούς.

Μα εσύ παλικάρι μου που τους είδες να φανερώνουν τα φοβερά τους αινίγματα
από τις σκοτεινές χαράδρες του χρόνου
τον άνθρωπο με ένα τρίτο χέρι
το φίδι με τα εφτά κεφάλια
και το παιδί με τα χαμένα μάτια
να ’χεις ψηλά τους πύργους σου σε κάθε πύργο κι άστρο
να σου πλαταίνει τα όνειρα
να σου κοιμίζει τις λιογέννητες πορτοκαλιές
να σου φυτεύει τα περιβόλια με τριαντάφυλλα χελιδόνια
να σου κρεμάει τ’ αφηρημένα ρολόγια στα εγέρωχα πλατανόφυλλα
και να σου δείχνει μ’ ένα βαθύτερο δάχτυλο
πίσω απ’ το κάθε χαμόγελο ένα πικρό τριαντάφυλλο
πίσω από την κάθε φωνή μιαν άλλη πικρότερη φωνή
πίσω απ’ την κάθε μορφή μιαν άλλη μορφή κρυμμένη
και γρήγορα να διαλύσεις τα μυστικά τους
τις γυναίκες, τ’ αστέρια και τα καράβια τους
μες στο ήσυχο Λευκαδίτικο λάδι.

Σκεφτείτε τώρα γείτονοι κι εσείς τα βουνά σας
και το φεγγάρι σκεφτείτε που έζησε τόσα χρόνια κοντά σας
και τα πουλιά σας που έφυγαν να πάνε σ’ άλλη χώρα
σκεφτείτε κι εσείς να βρεθείτε μια καταπράσινη χαραυγή
ολομόναχοι πάνω σε τούτη τη γη
σκεφτείτε κι αυτοί να σταματήσουν κάποτε τις αφρισμένες ακρογιαλιές
και να γίνουν αγάλματα
που θα μαντεύουν παντοτινά μια μεγάλη καταστροφή.

-ΙV-
Και στη δική μας την πολιτεία περνάν και βυθίζονται σαν αστέρια
ένα κοπάδι πνιγμένοι, ένα πλήθος καταδικασμένοι
έμποροι μιας βαθιάς τρικυμίας, έμποροι μιας ανήξερης νύχτας
έμποροι της λησμονιάς που θα σκορπίσουν με ένα σπάταλο χέρι ένα βαθύτερο ύπνο.

Ασάλευτοι κι ατάραχοι μες στη χώρα μας
σαν τα βαριά και νυσταγμένα ποτάμια
έχουν πολλοί κι ένα χαμένο γαρύφαλλο στην καρδιά
και θα σε πάρουν μια μέρα να σου δείξουν τ’ αστέρια
κι εσένα που καρτεράς το θυμάρι ν’ ανθίσει στον ουρανό
κι εσένα που καρτεράς την άνοιξη ν’ ανοίξει στα δυο
θα σ’ αγκαλιάσουν και θα σου πούνε
για τη βαθιά συλλογή που χαρίζει την ευτυχία
μες στα ήσυχα και παγωμένα βουνά
για το μεγάλο ταξίδι που θα μπορέσεις να κάνεις ασάλευτος
με το νου σου μονάχα και την καρδιά
για τους νεκρούς που θα δεις για τη δύναμη και την ομορφιά τους
για τη φλόγα που τους βοήθησε να γίνουν στάχτη
για το θάνατο που θα σου φέρει
το αθάνατο νερό της λησμονιάς.
Μα να προσέχεις τις μαγικές υποσχέσεις τους μακρινούς αστερισμούς
τους Σκορπιούς, τους Κύκνους και τους Καρκίνους
να καθαρίζεις την ομορφιά σου από τα λάθη
απ’ τις βροχές κι από την τέχνη ενός κρυμμένου καθρέφτη
και να πηγαίνεις ελεύθερος με το χέρι πάνω στο τίμιο μαχαίρι
μεγάλο παιδί τριαντάφυλλο μεγάλο παιδί χελιδόνι
μεγάλο παιδί των παιδιών σου
να συναντήσεις τη φιλόξενη καρυδιά που θα σου δώσει το αίμα της
να συναντήσεις την αστραπή που θα σου δώσει το βλέμμα της
τους φίλους και τους εχθρούς να τους φωνάζεις πάντοτε
με τ’ όνομά τους το αληθινό.
-V-
Μην του πιστεύεις λοιπόν κι ας λένε πως στον ουρανό κάθονται κρίνοι
κι ας λένε πως τα μικρά παιδιά ξέρουν περισσότερα νησιά
κι από την ίδια τη θάλασσα
κι ας λένε πως τα καράβια ξέρουν περισσότερα πουλιά
κι από τον ίδιο τον ουρανό
κι ας λένε πως τα σκυλιά πρέπει να κάτσουν φρόνιμα στα χωριά τους
να βοσκήσουν τα πρόβατα να φυλάξουν τα στάρια
για να φάνε τα χελιδόνια να μεγαλώσουν κι αυτά τη φωλιά τους
και μη γελαστείς και μη νομίζεις πως οι γυναίκες τη νύχτα
χάνουν την ασκήμια τους γίνονται όμορφοι άγγελοι
που γλιστράν σιωπηλά να ξεχάσουν τον πόνο της μέρας στη θερμή αγκαλιά σου.

Μη τους πιστεύεις κι ας λένε πως όλα θα διορθωθούν
όταν θα ’ρθουν οι κήποι ν’ αγκαλιάσουνε τα σπίτια
όταν θα ’ρθουν τα όνειρα να διώξουν τους ανθρώπους
όταν θα κατέβουν οι πρόγονοι απ’ τα ψηλά βουνά
με το δάκρυ στα χείλη κρεμασμένο
να χτίσουν πύργους να παντρευτούν γυναίκες νεραντζοφιλημένες
να σκάψουν τη θάλασσα στο τρίφυλλο ακρωτήρι
να συγγενέψουν με τις σοφές νεροφίδες
να συμμαχήσουν με τ’ αστροπελέκι
και ν’ αποχτήσουν δύναμη πολλή κι ανθρώπους
ίσαμε να ’ρθουν οι λαοί να ’ρθουν οι καιροί
να θάψουν τη μεγάλη πολιτεία να κάψουν τους ξύλινους θεούς
να πάρουν και τις γυναίκες στα χαμηλά καράβια τους νεραντζοφιλημλενες.
Μην τους πιστεύεις όταν μιλάνε για προγόνους.
Τώρα οι άνθρωποι αυτοί με τις παγωμένες καρδιές
είναι τόσο δυστυχισμένοι που δεν περιμένουν πια
να κατέβει ο Γαλαξίας να γίνει περιβόλι
να ’ρθουνε τα ποτάμια να γίνουν ένα ρέμα
για να νιφτούν οι άνιφτοι να πιουν οι διψασμένοι
να χτίσουν κι αυτοί ένα χαρούμενο σπίτι.

-VI-
Με το κόκκινο φίδι που γεννιέται στο αίμα τους
με τη διπλή φλογέρα που κοιμάται στο βλέμμα τους
τα παιδιά σας θα μεγαλώσουν κι αυτά
θα τινάξουν το βαρύ χαλινάρι που εμποδίζει τα όνειρά σας
θα φορέσουν τα αστραφτερά σας πουκάμισα
θα παρατήσουν τους χορούς και τα παιχνίδια στα τρυφερά λαγκάδια
και θα περάσουν σιωπηλοί μαρμαροτράχηλοι τις ατσαλένιες πόρτες
να πλημμυρίσουν τη γερασμένη σας πολιτεία
και τ’ αγέρωχα παλικάρια μεθυσμένα από το αίμα της χαραυγής
θα τιναχτούν να γιορτάσουν το ξύπνημά τους
να τραγουδήσουν με τη δική σας φωνή ένα δικό τους αστέρι
να ταξιδέψουν με τα δικά σας καράβια ένα δικό τους ταξίδι
ν’ αγναντέψουν με τα δικά σας βλέμματα ένα δικό τους ήλιο
να κοιμηθούν με το δικό σας ύπνο ένα λαφρύτερο ύπνο
και θα ’ρθουν αστροντυμένοι
όπως έρχεται το φεγγάρι να λιώσει στην αμασχάλη του βουνού
και θα ’ρθουν ηλιολουσμένοι
όπως έρχεται το μαχαίρι αστραφτερό να βρει το κοιμισμένο χέρι
και θα ’ρθουν ανεμοπόδαροι θαλασσοφιλημένοι
να τινάξουν στην μαραμένη σας αγκαλιά τη ζωντανή τους αγάπη

τα πλούσια κι απλοϊκά τους δώρα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΔΩ ΣΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΟΥ ΠΟΣΟΝ ΑΓΑΠΑΣ (ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο)

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: