ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ (αν το ερώτημα δεν είναι και ερωτικό κάλεσμα πάει στο βρόντο)

Η ποιητική γλώσσα είναι πάντα μια αναθεώρηση της προγενέστερης γλώσσας. Κι όταν δεν είναι αυτό είναι κλαταρισμένος ρομαντισμός και ψεύτικα γλυκόλογα. Κάθε νέος ποιητικός λόγος είναι βίαιος. Είναι κατ’ ανάγκη μιαν αλλοίωση του παλιού. Απωθεί κάποια ίχνη και θυμάται κάποια άλλα. Γράφω το ποίημα σημαίνει ξαναγράφω το ποίημα. Επαναλαμβάνω και επαναλαμβάνομαι. Είμαι ο άνθρωπος των σπηλαίων, χαράζω το περίγραμμα ενός ζώου πάνω στο βράχο. Δεν κάνω τίποτε άλλο απ’ το να χαράζω εκ νέου το περίγραμμα που είχε κάνει ένας πρόδρομός μου. Το ποίημά μας γεννιέται μέσα απ’ την άγνοιά μας για τις αιτίες που το γέννησαν. Αν γνωρίσουμε τις αιτίες και αρχίσουμε την έρευνα στο τέλος θα καταφέρουμε να γράψουμε γιατί θέλαμε να γράψουμε ένα ποίημα που τελικά δεν γράψαμε. Το ποίημα μας είναι μια πράξη επιβολής, μια διακήρυξη ιδιοκτησίας της άυλης πραγματικότητας που η γραφειοκρατία της κυριαρχίας την έχει καταστήσει μετρήσιμη για να την πουλά. Μεταξύ της άγνοιας και της αυτοσυνείδησης εκδηλώνεται η εκδίκηση της θέλησης. Είναι οι αυτόνομες λανθάνουσες αρχές έξω απ’ το νου και το Ασυνείδητο που γράφουν και ξαναγράφουν το ποίημα. Όπως οι εμμονικοί τρελοί του χωριού βρίσκονται σε μια συνεχή θυελλώδη διαμάχη με τον εαυτό τους όπως και με τα προγενέστερα λόγια τους έτσι και τα ποιήματα, που, ο στρόβιλος των καταστάσεων της ζωής τα μεταμορφώνει σε μπαλτάδες που ασκούνται στη συνεχή θραύση των δοχείων της σιγουριάς και της κανονικότητας. Τα ποιήματα ακολουθούν το διαλεκτικό λογισμό της εξέλιξης. Καταστρέφουν προϋπάρχουσες μορφές για να επιτρέψουν στις νέες να αναδυθούν απ’ το καθημερινό υπερπέραν. Και είναι η καχυποψία που σπέρνουν προβοκάροντας το συναίσθημα. Το ποίημα υπογραμμίζει αυτό το απόθεμα σιωπής της λογοτεχνίας, αυτό που εντός της ομιλίας είναι ανίκανο να μιλήσει. Είναι η σιωπή ενός λόγου που αγνοεί αυτό το οποίο γνωρίζει. Η ερώτηση στις απαντήσεις είναι το ποίημα. Το ποίημα ρωτά και η ζωή απαντά. Το ποίημα που δεν παίρνει απαντήσεις απ’ τη ζωή είναι κακό ποίημα. Το ποίημα που δε ρωτάει τη ζωή είναι αυτιστικό ποίημα. Το ποίημα είναι το ερώτημα. Αν το ερώτημα δεν είναι και ερωτικό κάλεσμα πάει στο βρόντο. Είναι κούφιο. Κουφάρι (από το Ιστολόγιο του Αντώνη Αντωνάκου ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ παρακάτω κι άλλες εκλάμψεις του ιδίου : ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΣΤΕ ΝΟΣΤΑΛΓΩΝΤΑΣ ΕΡΩΤΑ, ΚΑΝΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΟΡΤΑΣΜΕΝΟ κι άλλοι αιρετικοί αναστοχασμοί  περί παντός του επιστητού -  Art By Edgar Degas French Impressionist painter]



ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΣΤΕ ΝΟΣΤΑΛΓΩΝΤΑΣ ΕΡΩΤΑ…
Ονειρευόμαστε, βουτώντας μέσα στην πιο γόνιμη ασυνειδησία, για να αποκομίσουμε αυτό το πολύτιμο αίσθημα ανάλγητης νοσταλγίας για την ερωτική πράξη.
Όλα μας τα όνειρα είναι όνειρα έρωτος και αφροδισίας. Ρεύσεις που η αγωγιμότητά τους οξύνει την παράφορη σύγχυση που έχουμε για τα κορμιά που ποθούμε.
Στο όνειρο ξεδιπλώνεται η μαστοφόρος φύση των αισθήσεων, μες σ’ ένα αφωτοσκίαστο φως, φανερώνοντας το βάραθρο κάθε χαδιού που παράπεσε.
Στο όνειρο η οικεία ηδονή της απόλαυσης τού εαυτού συναντά τον Άλλο, εκμηδενισμένο και απόβλητο, ενσωματωμένο στα νύχια μας και στα δόντια μας.
Επιθυμούμε πάνω στην κόψη της ανεκπλήρωτης ηδονής να περπατήσουμε ξυπόλυτοι και να χορέψουμε τόσο γυμνοί όσο στο θάνατό μας. Τόσο ελεύθεροι όσο τη στιγμή που γλιστράμε απ’ την κοιλιά της μάνας μας.
Ονειρεύομαι. Εκείνη κι εγώ. Εγώ κι εκείνη. Είμαστε πραγματικά εδώ. Την κρατώ. Την φιλώ. Την κατέχω και με κατέχει τόσο αληθινά που η αλήθεια μοιάζει ψεύτικη.
Τόσο ζωντανά που αναβρύζει αφρός απ’ τα βαθιά κι ακτινοβόλα τοιχώματα του ύπνου. Αχ! εκεί νιώθω πια πως είμαι όλος σπλάχνα. Ένα βρέφος που βλάστησε μες στην αγνότητά του ο ερωτικός χωροχρόνος και ρίζωσε σε μια μυστική ζωή αμετάφραστη για όσους δεν κάνουν όνειρα.
Για όσους ψάχνουν στους ονειροκρίτες αυτό που έχουν στα σκέλια τους κι αυτό που θέλουν τα σκέλια τους. Για όσους ψηφίζουν πρώιμο θάνατο και αιώνιο γήρας.
Τα όνειρά μας τα εκσφενδονίζουμε στην πραγματικότητα και πολλές φορές τα ζούμε με βρόντο και σπασμό.
Τα όνειρά μας τουρτουρίζουν στο σκοτάδι της αρχέγονης βίας και γίνονται εφιάλτες και ένταση και νερό και πάγος. Σχεδόν τα σβήνουμε για να φτιάξουμε απ’ την αρχή τις ερωτικές μας πλεκτάνες, για να σπάσουμε πλάκα με τη λαλιά του μέσα Εαυτού, που μες στο σηραγγώδες εργοστάσιο του εγκεφάλου δουλεύει νυχθημερόν χορδίζοντας τη φιλαρμονική μας συνείδηση.
Τα όνειρα είναι μουσική και λόγος και εικόνες. Είναι οι κολοσσιαίοι εραστές που κολυμπούν ευτυχισμένοι στις σεξουαλικές μας δεξαμενές.
Τα όνειρά μας είναι ολοκληρωτικά, αλλά ο ολοκληρωτισμός τους έχει κάτι απ’ τα πιο φευγαλέα αριστουργήματα και κάτι απ’ τις πιο αέναες περιπλανήσεις μας.
Η ονειροπόληση είναι μια αγγελική επιστήμη που σε περίπτωση θυμού ή απελπισίας συνιστά να στρέφουμε τα μάτια προς τον ουρανό.
Ανάμεσα στους μηρούς μου τώρα νιώθω την Εκκλησία και το Κράτος να με φρενάρουν. Τη βλακεία των συνανθρώπων μου να μού παραπονιέται και να μου γκρινιάζει. Μα η γλύκα του ύπνου θα με παραλύσει σιγά-σιγά. Θα με οδηγήσει εκεί που θέλει το κορμί μου να πάει.
Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης που φρουρεί το φύλλο μου θα παραμερίσει. Η Αγία Θηρεσία μου ξεκουμπώνει το παντελόνι. Ο Όσιος Ποτάπιος μου βγάζει τα πουκάμισο. Η Αγία Μαρκέλα ναρκώνει το θεό για να μη βλέπει και να μην ακούει τα προκλητικά δημιουργήματα του ονείρου.
Πάει τέλειωσε η πραγματικότητα. Η αϋπνία έδωσε τη γλύκα της στην παγκόσμια τρέλα του ύπνου. Ανεβάζω την ηδονή μου στην ψηλότερη κορυφή. Ονειρεύομαι άρα υπάρχω [Lovers and other dreams του Αντώνη Αντωνάκου από το προσωπικό ιστολόγιο του ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ]

ΚΑΝΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΟΡΤΑΣΜΕΝΟ (σπουδή στον Edgar Degas)
Ακούστε! Ακούστε!
κανένα κορίτσι δεν είναι χορτασμένο
χορταριασμένα είναι τα κορίτσια
άνθη και σπινθηροβόλα σπαρτά.
Κύριε, συλαμβάνεστε μού λένε τα κορίτσια στο δρόμο.
Ελάτε να μας χορτάσετε
πήραμε το στραβό δρόμο της ατέρμονης πλήξης
που μας έδειξε ο μπαμπάς
Ελάτε όμως, εσείς
πέραν της φύσεως
όπως αρμόζει στην ποίηση για Δον Κιχώτες
ελάτε να σας αυτοκτονήσουμε
ελάτε να σας γαμήσουμε όπως γαμούν τα διαβολάκια
ελάτε στις δακρύβρεχτες παρειές
Ελάτε Κύριε Γαμίκο
Κύριε Ιησού Γαμιά
το σώμα και το αίμα σας θέλουμε.
Ακούστε! Ακούστε!
Ακούστε μας
σπλάχνα διαθέτομε αχόρταγα
και γλυκό τού κουταλιού από προηγούμενο βιβλίο σας.
Μεταμφιεζόμαστε για σας
σε απαγορευμένους καρπούς
εξοστρακίζουμε φιλιά
χοροπηδούμε
Ελάτε!
είναι χαρμόσυνες οι μέρες της ζωής
ελάτε στις αρτηρίες μας και στις πυροθηλές μας
ελάτε μουσαφίρης
-έχομε τράγο απόψε-
ερωτιάρικα αστέρια να μας κοιτούν.
Κύριε, ροδοκόκκινες είμεθα ως τα τρίσβαθα
κάμνομεν κωλοτούμπες
ιερογαμίες
γαυγίζουμε σαν πεταλούδες
και σαν φίδια τυλιγόμαστε
γύρω απ' τους οργασμούς που καταφθάνουν
και χύνουμε χύνουμε χύνουμε
σαν μυροβλύτισσες
σαν θυελλοβροχές
σαν ξεκωλιάρες
σαν γαμιόλες
σαν Αγίες.
Ελάτε Κύριε
μετά το σεξ θέλουμε πάλι σεξ
αγκαλιές
σεξ
αγκαλιές
σεξ
ελάτε να δείτε
ελάτε να θαυμάσετε το μουνί μας
και το μουνάκι μας
ελάτε με τα δάχτυλα να ψαύσετε
το γεωλογικό μας θυρεό
την κλειτορίδα μας.
Ελάτε κύριε γλωσσοκοπάνε
λαγοκοιμάται η βία στα βυζιά μας
οι ρόγες μας ζητούν να απαγγείλουν ένα ποίημα σας.
Ελάτε
-ασέλγεια εστί τρομοκρατία-
τις πορνικές σας κοκαΐνες θέλουμε
ω! Κύριε
ελεήστε μας καθώς το αίμα εβρίσκετο σε κοχλασμό
οι αδένες μας καθώς τεντώνουνε
τη γέφυρα των στεναγμών.
Ελάτε Κύριε ποιητοτροφοδότα
ελάτε Κύριε μετασχηματιστή υγρών
ελάτε Κύριε ζουλάπι
ελάτε Κύριε
το μουνί μας είναι στομάχι που θέλει φαΐ.
Κανένα κορίτσι δεν είναι χορτασμένο Κύριε.
Τα κορίτσια δεν θέλουν μπίζνες και γόνδολες
τα κορίτσια θέλουν αγάπη.
Μόνον τα κορίτσια διαθέτουν μεγαλοφυία, Κύριε.
Προς αποφυγήν παρεξηγήσεως όμως
τελειώστε το ποίημα σας και ελάτε Κύριε.
Η νεύρωσις της τέχνης προηγείται
Μα, να τελειώσετε το ποιημάτιόν σας ως εξής:
Κανένα κορίτσι δεν είναι χορτασμένο, μαλάκες.

Pleurotus ostreatus
Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης πήγαν από πνιγμό, από ηλεκτρική καρέκλα, από καρκίνο, από γηρατειά, ο θάνατος ήταν μια έκπληξη μια ανακατωσούρα, ο Ευτυχίδης ήταν νεκροφάγος και ο Δυστυχίδης ήταν νεκροφάγος.
Ο Ευτυχίδης ήταν ευτυχής μες στη δυστυχία του και ο Δυστυχίδης ήταν δυστυχισμένος μες στην ευτυχία του. Και ήταν η ζωή που έχωσε ένα κουτάλι στο στόμα τους. Ένα μαχαίρι, ένα πιάτο, ένα νοικοκυριό.
Ήταν η ζωή μια γελαστή αρρώστια για τον Ευτυχίδη και μιαν άρρωστη γελοιότητα για τον Δυστυχίδη. Ο ένας άκουγε δοξαστικούς ψαλμούς μέσα στην πικρή καταραμένη νύχτα και ο άλλος κυλούσε σαν μοναχικός τροχός κάτω από λαμπρά φορέματα.
Ο ένας ήταν η νίκη της ζωής και ο άλλος πονούσε βαθειά μέχρι το κόκκαλο και τις πατούσες. Μέχρι την άκρη του πούτσου του. Πονούσε μέχρι το στομάχι και τον κώλο.
Ο Δυστυχίδης κληρονόμησε την ευτυχία του, όπως και ο Ευτυχίδης κληρονόμησε την δυστυχία του. Μα ο θάνατος είναι αισιόδοξος και τούτο τους βοηθούσε να προχωρούν εμπρός. Να ταΐζουν με τα χέρια τους ο Ευτυχίδης την ευτυχία του Δυστυχίδη και ο Δυστυχίδης την δυστυχία του Ευτυχίδη.
Η δυστυχία του ενός και η ευτυχία του άλλου συνεργάζονται πυρετωδώς. Μαζί ζευγάρωσαν χτίζοντας τους κίονες μπροστά στους νεκροθαλάμους των Φαραώ, τα βαβυλωνιακά τόξα πύλης, τα τζαμιά του Ισλάμ, τους ναούς των Ινδιών, τις πυραμίδες των Ίνκας, τα ανάκτορα από τις Χίλιες και μια Νύχτες, τις αλγερινές ακροπόλεις, τα προϊστορικά βάζα και τις υδρίες, τα προκατακλυσμιαία σαλιγκάρια και τα εξωτικά ζώα, τα τροπικά φυτά και τα μαντζούνια, τους ειδωλολατρικούς θεούς και τους ομίλους προφητών και ευαγγελιστών, τους προσκυνητές στον Πανάγιο Τάφο, τους λαβύρινθους και τις κατακόμβες.
Η ευτυχία και η δυστυχία παίζουν το φλάουτο που γιορτάζει τη βεβήλωση της δημιουργίας. Τρομερές σκούπες αγάπης και μίσους. Τρομερές γαλιάντρες πάνω απ’ το μακρύ νεκρό σώμα του Τίποτε.
Φωλιάζουν στα σπυριασμένα κορμιά των δαιμόνων. Αλωνίζουν μέσα στις μήτρες. Επιστρέφουν ξανά και ξανά. Εδώ ως Εύα με τον όφι του παραδείσου, εκεί ως βασίλισσα του κόσμου, εδώ ως κυρίαρχος των σπηλαίων, εκεί ως άγγελος του πύργου, εδώ ως Αφροδίτη, εκεί ως Σφίγγα με φτερά, εδώ ως παρθένος Μαρία, εκεί ως αρχέτυπο ιέρειας ναού.
Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν. Γύρω η κίνηση της καθημερινής ζωής. Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης ζουν για τον εαυτό τους, ο καθένας στην απομόνωσή του, ο ένας συντηρώντας αυτό που έχει ο άλλος, περιμένοντας να τους ξεμπροστιάσει η κρύα σκοτεινιά.
Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης σηκώνουν τα χέρια τους στον ουρανό, σα να ζητούν να χαιρετήσουν τον αρχιμάστορα ή να υποδεχτούν τα χάδια του.

Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΔΩ ΣΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΟΥ ΠΟΣΟΝ ΑΓΑΠΑΣ (ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο)

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: