ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ: για να μην τον ξεχνούν ποτέ τον πόθο μου τ’ αυτιά σου

«Ξέρω ότι ο παθιασμένος εραστής του ωραίου ύφους είναι εκτεθειμένος στο μίσος του πλήθους. Κανένας όμως ανθρώπινος σεβασμός, καμιά ψευτο-αιδημοσύνη, κανενός είδους σύμπραξη εναντίον μου, δεν θα με αναγκάσουν να μιλήσω την απαράμιλλη διάλεκτο αυτού του αιώνα, αλλά ούτε και να αναμείξω το μελάνι με την αρετή. Ένδοξοι ποιητές έχουν ήδη καταλάβει, εδώ και καιρό, τους πιο ανθηρούς τόπους της Ποίησης. Από την πλευρά μου, θεώρησα ότι θα ήταν ευχάριστο –και μάλιστα, όσο πιο δύσκολο, τόσο πιο ευχάριστο- να συλλέξω το ΩΡΑΙΟ που ενυπάρχει στο ΚΑΚΟ. Το βιβλίο αυτό, κατά βάσιν άχρηστο και απολύτως αθώο, γράφτηκε αποκλειστικά και μόνο για να με διασκεδάσει και ν’ ασκήσει το πάθος μου για τους σκοπέλους… Αυτός ο κόσμος έχει περιβληθεί με τόσο λίπος χυδαιότητας, που προσδίδει στην περιφρόνηση προς τον πνευματικό άνθρωπο τη βιαιότητα ενός πάθους. Υπάρχουν όμως και κάτι ευτυχισμένα τσόφλια, που δεν τα διαπερνά ούτε δηλητήριο. Στην αρχή, είχα την πρόθεση ν’ απαντήσω στις πολυάριθμες κριτικές και, ταυτόχρονα, να εξηγήσω μερικά απλούστατα ζητήματα, που τα έχει συσκοτίσει πλήρως το φως των ημερών μας: τι είναι Ποίηση, ποιος είναι ο σκοπός της, πώς διακρίνονται το Καλό από το Ωραίο, για το Ωραίο που ενυπάρχει στο Κακό, για το ότι ο Ρυθμός και η Ρίμα καλύπτουν τις προαιώνιες ανάγκες του ανθρώπου για μονοτονία, συμμετρία και έκπληξη, για την προσαρμογή του ύφους στο θέμα, για τη ματαιοδοξία και τους κινδύνους της έμπνευσης κλπ., κλπ., έμεινα όμως άπρακτος μπροστά στην τρομακτική ματαιότητα του να εξηγήσεις ό,τι και να ’ναι σ’ όποιον να ’ναι. Όσοι γνωρίζουν, με μαντεύουν, γι’ αυτούς που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να καταλάβουν, θα στοίβαζα ατελέσφορα εξηγήσεις!..» O Mπωντλέρ έγραψε τα Άνθη του Κακού στα είκοσι δύο του χρόνια, το 1843. Η συλλογή όμως με τα 100 ποιήματά της, κυκλοφόρησε το 1857 και αμέσως έγινε δεκτή από τους ομοτέχνους με μεγάλα εγκώμια: «Νέο ρίγος στην τέχνη» (Βίκτορ Ουγκώ), «Ποιήματα που μ’ έχουν μαγέψει» (Φλωμπέρ). Όμως η εκφραστική και θεματική τους τόλμη, ο αντικομφορμισμός, η άρνηση των αστικών αξιών, το στοιχείο της εξέγερσης που ελλόχευε σε κάθε ποίημα πυροδοτούν την αντίδρασηΔιάβασε κι άλλα σχόλια και κριτικές στο τέλος της ανάρτησης [αποσπάσματα από το ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΠΡΟΛΟΓΟΥ για ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ που κοσμεί και το οπισθόφυλλο του βιβλίου του Σαρλ Μπωντλέρ, εκδόσεις Γράμματα 2009 - στη συνέχεια ανθολογούνται ενδεικτικά κάποια από τα ποιήματα της συλλογής: Στον Αναγνώστη, Το Άλμπατρος, Αντιφωνίες,  Έτσι σαν το νυχτερινό θόλο σε λατρεύω – η μετάφραση είναι του Γιώργη Σημηριώτη και η εικονογράφηση του Ulrich Mertens]




Ω Αναγνώστη υποκριτή, αδέλφι, που μου μοιάζεις (προλογικό ποίημα σε μετάφραση του Γιώργη Σημηριώτη):
Η ανοησία, τ’ αμαρτήματα, η απληστία κι η πλάνη
κυριεύουνε τη σκέψη μας και φθείρουν το κορμί μας
κι ευχάριστα τις τύψεις μας θρέφουνε στην ψυχή μας,
καθώς που θρέφουν πάνω τους τις ψείρες οι ζητιάνοι.

Στα μετανιώματα άναντροι κι αμαρτωλοί ως την άκρια,
ζητάνε πληρωμή ακριβή για κάθε μυστικό μας
και ξαναμπαίνουμε εύκολα στο βούρκο το παλιό μας,
θαρρώντας πως ξεπλένεται με τα δειλά μας δάκρυα.

Πάνω απ’ το προσκεφάλι μας ο Σατανάς γερμένος,
πάντα στα μάγια του Κακού το νου μας νανουρίζει
την πιο ατσαλένια θέληση μεμιάς την εξατμίζει,
αυτός ο μέγας χημικός, ο Τετραπερασμένος.

Ο Διάολος, το νήμα αυτός κρατάει που μας κουνάει!
τα πράματα τα βρωμερά πιότερο τ’ αγαπάμε
κι όλο και προς την Κόλαση κάθε στιγμή τραβάμε,
με δίχως φρίκη, ανάμεσα στο σκότος που βρομάει.

Σαν τον φτωχό ξεφαντωτή που πιπιλάει με ζάλη
μιας παλιάς πόρνης αγκαλιά, χιλιοβασανισμένη,
κλεφτάτα αρπάζουμε κι εμείς καμιά ηδονή θλιμμένη,
που τηνε ξεζουμίζουμε σαν σάπιο πορτοκάλι.

Σαν ένα εκατομμύριο σκουλήκια, μυρμηγκώντας,
μες στο μυαλό μας κραιπαλούν του Δαίμονα τα πλήθη,
κι όταν ανάσα παίρνουμε, ο Θάνατος στα στήθη
σαν άυλος ποταμός κυλάει, σιωπηλά θρηνώντας.

Αν το φαρμάκι κι η φωτιά κι η βία και το μαχαίρι
δεν έχουνε τα φανταχτά κεντίδια ακόμα κάνει
στο πρόστυχο της μοίρας μας και άθλιο καμβοπάνι,
είναι που λείπει απ’ την ψυχή το θάρρος, κι απ’ το χέρι.

Μα μες στις σκύλες, τους σκορπιούς, τα φίδια, τα τσακάλια,
τους πανθηρες, τους πίθηκους, τους γύπες, τα θηρία,
που γρούζουν, σέρνονται, αλυχτούν κι ουρλιάζουν με μανία
μες στων παθών μας τ’ άτιμο κλουβί, προβαίνει αγάλια,

θεριό πιο βρόμικο, κακό, την ασκήμια να δείξει!
Κι αν δεν σαλεύει κι ούτε ακούει κανένας το ουρλιαχτό του,
όλη τη γης θα ρήμαξε, και στο χασμουρητό του
θα ’θελε να κατάπινε τον κόσμο. αυτό είναι η Πλήξη,

που, μ’ ένα δάκρυ αθέλητο στα μάτια της, κοιτάζεις,
καθώς καπνίζει τον ουκά, κρεμάλες να στηλώνει.
Και ξέρεις, αναγνώστη, αυτό το τέρας τον δαγκώνει!
-Ω αναγνώστη υποκριτή, αδελφι, που μου μοιάζεις
[ΣΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ του βιβλίου ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ του Σαρλ Μπωντλέρ, εκδόσεις Γράμματα 2009]

Μ' ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΝΕΦΟΠΡΙΓΚΙΠΕΣ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΩΣ ΜΟΙΑΖΕΙ: 
Πολλές φορές οι ναυτικοί, την ώρα να περνάνε, πιάνουμε
τ' άλμπατρος -πουλιά της θάλασσας τρανά-
που ράθυμα, σαν σύντροφοι του ταξιδιού, ακλουθάνε
το πλοίο που μες τα βάραθρα γλιστράει, τα πικρά.

Μα μόλις σκλαβωμένα εκεί στην κουπαστή τα δέσουν,
οι βασιλιάδες τ' ουρανού, σκυφτοί κι άχαροι πια, 
τ' άσπρα μεγάλα τους φτερά τ' αφήνουνε να πέσουν
και στα πλευρά τους θλιβερά να σέρνονται κουπιά.

Αυτά πο
υ 'ναι τόσο όμορφα, τα σύννεφα όταν σκίζουν,
πώς είναι τώρα κωμικά κι άσχημα και δειλά!
Άλλοι με πίπες αναφτές τα ράμφη τους κεντρίζουν,
κι άλλοι πηδάνε σαν κουτσοί, κοροϊδευτικά.

Μ' αυτούς τους νεφοπρίγκιπες ο Ποιητής πώς μοιάζει!..
Δεν σκιάζεται τις σαϊτιές, τις θύελλες αψηφά 
Μα ξένος μες στον κόσμο αυτόν που γύρω του χουγιάζει,
Σκοντάφτει απ' τα γιγάντια του φτερά σαν περπατά!...

ΑΝΤΙΦΩΝΙΕΣ:
Ένας ναός με ζωντανές κολόνες είν' η Πλάση,
που λόγια ανεξιχνίαστα κάποτε ψιθυρίζουν
ο άνθρωπος περνά απ' αυτά των συμβόλων τα δάση,
που τον κοιτάζουν φιλικά σάμπως να τον γνωρίζουν.

Όπως οι μακραντίλαλοι από πέρα σαν κυλούνε,
γίνονται μόνο μία βουή βαθιά και σκοτεινή,
πλατιά σαν νύχτα και σαν μία φεγγοβολή ορθρινή,
χρώματα κι ήχοι κι ευωδιές αντάμα τους μιλούνε.

Είν' ευωδιές ολόδροσες σαν σάρκες παιδικές,
σαν τα λιβάδια πράσινες, σαν τους αυλούς γλυκές
κι είν' άλλες θριαμβευτικές, πλούσιες κι εκφυλισμένες,

που όμοια με τα πράγματα τ' ατέρμονα απλωμένες,
-όπως του μόσχου, του άμπαρου, του λίβανου τα μύρα-
του νου και των αισθήσεων μας τραγουδούν την πύρα.

ΜΑΒΙΑ ΜΑΛΛΙΑ, ΟΛΟΤΕΝΤΩΤΗ ΤΩΝ ΣΚΟΤΑΔΙΩΝ ΠΑΝΤΙΕΡΑ
Τον γαλανό μου δίνετε, τον άπειρο αιθέρα
στο χνούδι που οι πλεξούδες σας έχουν οι στριφωμένες,
μεθώ βαθιά από μυρωδιές, που ’ναι ανακατωμένες
με μόσχου και δαφνόλαδου και κατραμιών αγέρα.

Πολύ! Πάντα! Το χέρι μου στη χαίτη τη βαριά σου
μαργαριτάρια, σάπφειρους, ρουμπίνια θα δονεί,
για να μην τον ξεχνούν ποτέ τον πόθο μου τ’ αυτιά σου!
Η όαση που ονειρεύομαι δεν είσαι, ή το φλασκί
όπου ρουφώ της θύμησης, άπληστα το κρασί;

Έτσι, σα τον νυχτερινό το θόλο σε λατεύω,
ω βάζο λύπης! Ω γλυκιά, μεγάλη σιωπηλή!
Τον έρωτά σου, ωραία μου, πιότερο τον γυρεύω
σαν μ’ αποφεύγεις, και θαρρώ, της νύχτας μου ω στολή,
για πιότερη ειρωνεία πως θε να ’σαι πιο μακριά μου
απ’ ό,τι το γλαυκό άπειρο είν’ απ’ την αγκαλιά σου.

Και ρίχνομαι στην έφοδο, σκαλώνω στην καρδιά σου,
καθώς σκουλήκια ένα σωρό απάνω σ’ ένα πτώμα
κι ως ζώο ανήλεο, ως κι αυτήνα την ψυχρότητά σου
την αγαπώ, που πιο πολύ, λες, σ’ ομορφαίνει ακόμα!

Ελάχιστα βιβλία στην ιστορία της λογοτεχνίας επηρέασαν όσο τα Άνθη του κακού, αφού ο Μπωντλαίρ πέτυχε και απελευθέρωσε την αισθητική από κάθε ηθική και δεοντολογική δέσμευση γράφοντας μια ποίηση οπωσδήποτε ανατρεπτική, που αγγίζει την ουσία της ύπαρξης του ανθρώπου, με μια σύγχρονη εκφραστική τέχνη και εικονοποιία, που αποδίδουν το τραγικό κενό του αιώνα του, αλλά και όλων των αιώνων.  «Το μέγιστο παράδειγμα νεοτερικής ποίησης όλων των γλωσσών» γράφει ο Τ. Σ. Έλιοτ. «Το τελευταίο ποιητικό βιβλίο που είχε απήχηση σε όλη την Ευρώπη», γράφει ο Βάλτερ Μπένζαμιν για τα Ανθη του Κακού. Βάζοντας στη θέση της φύσης την πόλη, στη θέση της ηθικής και των ιδανικών την υποβλητική μορφή του κακού, ο Μπωντλαίρ αντιστρέφει τις αστικές αξίες: ποιητής και βιβλίο γίνονται μια απειλή. O «Δάντης της έκπτωτης εποχής μας», όπως τον χαρακτήρισαν, γράφει το έπος του με ήρωες πόρνες, ζητιάνες, νοσηρά ερωτευμένους, θανατόφιλους, οπιομανείς. Με τη μία και μόνη συλλογή του καταφέρνει να μεταστρέψει θεματικά και μορφολογικά όλη τη λογοτεχνική παραγωγή που ακολουθεί, επιτυγχάνει να αναγάγει τη modernité σε δεσπόζουσα έννοια της νέας αισθητικής. Προβαίνοντας στην απομυθοποίηση της καθιερωμένης θρησκείας και των συμβατικών αξιών, μυθοποιεί το κακό, το καθημερινό και το αισθητικά απορριπτέο, ανανεώνει σε βάθος τα ποιητικά θέματα (μοτίβα), αποδεικνύει τη σχέση ανάμεσα στο κακό και την ομορφιά, την ευτυχία και το ανέφικτο, τη βία και την ηδονή

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: