ΝΑ ’ΣΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΠΕΡΗΦΑΝΗ ΟΠΩΣ ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΠΟΥ ΠΙΑΝΕΙ ΑΙΧΜΑΛΩΤΕΣ ΤΙΣ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΕΣ ΜΑΣ

Κακναβάτος Έκτωρ παραληρηματικός και επιρρεπής σε ανατροπές μ’ εκλάμψεις λέξεων που σαμποτάρουν κάθε εφησυχασμό στη μίζερη καθημερινότητα, που απορρίπτον a priori κάθε συμβιβασμό με την τρέχουσα τετράγωνη λογική έτοιμων μαθηματικών εφαρμογών… Με αποσπάσματα από την ΑΓΑΠΗ  και την ΕΠΟΧΗ  του, δυο ποιήματα από τη συλλογή ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ, αφορμή για ευχές πάντα επίκαιρες… προς υποψιασμένους αποδέκτες αντικομφορμισμού:  Γένοιτο η Νέα Εποχή μας… Υπερρεαλισμός Αγάπης Λέξεων του  ποιήματος: το βράδυ… τι λέω; κάθε βράδυ, όλα τα βράδια αστροφεγγιά βάρβαρη, αστροφεγγιά των λογγοβάρδων, αστροφεγγιά σαν ξερό χταπόδι, κατάντικρυ σ’ έναν ήλιο μασσώνο βυρσοδέψη… Το δοιάκι ανάμεσα στα μάτια σου, αυτό τα έκανε όλα! – (ART by alexey menschikov και με ΚΛΙΚ στην εικόνα ανοίγουν αποσπάσματα ευσεβών πόθων από τα δύο ποιήματα)  



ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΠΟΥ ΤΑ ΖΥΓΩΜΑΤΙΚΑ ΣΟΥ ΠΑΙΖΟΥΝΕ ΤΕΤΟΙΟ ΡΟΛΟ ΣΤΗΝ ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ (αποσπάσματα από του ποίημα του Έκτορα Κακναβάτου ΑΓΑΠΗ)
Τα δυο υψώματα τα ζυγωματικά σου
τα κρατούσαν παρτιζάνοι
μικρά κατσίκια βόσκανε στα ζυγωματικά σου
ο πόλεμος θα ’φευγε απ’ το λόχο του
με δεκαπέντε μέρες άδεια
κι ήσουν στο φράχτη σαν απλωμένο
σεγκούνι από τα τρίκαλα,
αχ τρυφερή ανωμαλία στο αίμα μου
ψωμάκι ζύμωνες απ’ το χωράφι μας
απ’ τα βότσαλα του γέλιου σου
σταράκι της αναπνοής μου
και πάλι με ρωτούσες
όπως αιματηρό δυστύχημα
που αν αγαπούμε μας ρωτά
το σκούρο σίδερο και τις βραδινές εφημερίδες.

Η ιστορία των δυο μας όπως ξέρεις
είναι σαν άδειος κάλυκας οβίδας
γεμάτος από θάνατο κωφάλαλο
κι όμως οι κύριοι δικαστές
ακόμα δεν κατάλαβαν το ρόλο
που τα ζυγωματικά σου παίζουνε
στις αναψηλαφήσεις
όταν πικρίζει το χορτάρι πάνω τους
και φεύγουν τα μικρά κατσίκια
έτσι μπορεί να δικαστούνε πάλι
οι αθηναίοι στρατηγοί
για το ατύχημα στις αργινούσες
δηλαδή να δικαστώ εγώ
ακόμη και για την πατρίδα που έχασα
στην πρέφα
και για την απρεπή χειρονομία στα σκέλη σου,
ως εκεί ω αγαπημένη των καιρών!...
Είσαι για μένα μια παράβαση
ίσως ανεπανόρθωτη
θα πάρα ακόμα μια φορά το θάρρος
για την απαλλαγή των δικαστών
απ’ την ευθύνη που συντρίβει.
θα υποβάλλω ένα σχέδιο για την στρογγυλότητα
των περιπτώσεων, ας πούμε της κοιλιάς σου
γλυκό μου πρόστιμο,
τιμάριθμέ μου…

Έχεις μια βαριά ευθύνη
να εκκολάψεις τα αυγά μου σε κρύπτες μυστικές
συντροφιά με κώδικες απόκρυφους και μύθους
θα το κάνεις γιατί είσαι θαρραλέα
όπως ουρά κατσίκας σε ράχη κυκλαδίτισσα
ας πούμε της αντίπαρος,
ή όπως λάθος της πρόσθεσης
που μασά τα νεύρα μου ρουφά τη λέμφο
και ρίχνει στα σκυλιά τα υπόλοιπα…

να’ σαι λοιπόν περήφανη όπως το δηλητήριο
που πιάνει αιχμάλωτες τις χειρονομίες μας
να ’σαι γενναία όπως η διακοπή του ρεύματος
που στριμώχνει τη λύσσα μας
τη βιάζει κι ύστερα
ανάβουνε τα φώτα και νιώθουμε το ζεστό
το  καυτερό της σπέρμα ν’ ανεβαίνει
την αορτή σαν πέστροφα ως το κεφάλι
ν’ αυτοσχεδιάζει ευθύς την ανατίναξη
(στο διάολο ύστερα η αφλογιστία φαρμάκι)
και η παρθενιά μας ξεπορτίζει πια ξεφτέρι
της γεύσης  της πίκρας της κατάνευσης…
Έτσι θα εκπληρώσεις την αποστολή σου
αγαπημένη των καιρών
κι εγώ ικανοποιημένος θα φωνάξω
σε νίκησα ιουστινιανε διακοσμητή…

ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΟ ΒΡΥΧΗΘΜΟ ΣΑΣ ΟΜΟΙΟ ΜΕ ΣΚΕΛΙΑ ΣΑΡΑΝΤΑΠΗΧΟΥ (αποσπάσματα από το ποίημα του Έκτορα Κακναβάτου ΕΠΟΧΗ)
Πρόκειται για το μισό σου χέρι που έμεινε
κρεμασμένο στο λαιμό μου
να ωρύεται μανιακό να κουδουνίζει
ν’ ανοίγουνε οι πόρτες τρελές απ’ τη λαχτάρα
να κόβεται το τελευταίο βαγόνι
παίρνοντας τον κατήφορο του σκοτωμού
να κρέμεται σε μια κλωστή το πάθος μας
κι ο πράκτοράς του που ειδικεύτηκε
στο δράμα του θεανθρώπου.
Αυτός δεν είναι ο βρυχηθμός σας,
ένας κοινός τύπος;
τι να περιμένω λοιπόν απ’ αυτόν;
μήπως δεν είναι ένας ισόθερμος
ένας ισοβαρής ένας εξοφλημένος,
ένας ώριμος για εθελούσια έξοδο;

Να γιατί στον τράχηλό μου το μισό σου χέρι
φύεται κάτασπρο όπως η λέξη βοήθεια
κόβει την αγωνία μας σε κέρματα μικρά
πληρώνει σύνταξη στις χήρες
εξαγοράζει προϊσταμένους
κρεμάει απ’ τα πολύ ψηλά παράθυρα
σεντόνια άσπρα της υποταγής
και παίρνουμε μιαν απόφαση άψογα ευθύγραμμη
όπως στενεύει ο δρόμος σε πρωινή βροχή
γκαστρώνεται γεννά νεφρά πελώρια
τα τσακίζει τρέφεται επιζεί
πέστε μου δεν αρχίζουν έτσι όλοι
οι βρυχηθμοί σας οι ύμνοι σας
για το μεγαλείο τόσων προγόνων
και τη νομοθεσία τάχα για
χρήζοντα βοηθείας πρόσωπα και τα λοιπά;

Τέλος ο άλλοτε γενναίος ήχος ατόνισε
χαμήλωσε ως το γελαδίσιο μουκανητό
ίσα μ’ έναν αριθμό τριψήφιο εξωμότη
που μόνη του ζωντάνια του έμεινε
να βλέπει απ’ τις γρίλιες τις γυναίκες
να γδύνονται
φοβούμαι πως αυτή ήταν όλη όλη
η ιστορία του γένους των ανθρώπων
με τους γενναίους της παραφοράς, της παρακμής
έχε γεια λοιπόν αγάπη μου σε παρθεναγωγείο
αλέστα τώρα όλοι στο κατάστρωμα
με τα τσεκούρια όρθια της οργής
θα την σπάσουμε την πόρτα που πάει στο υπόγειο
εκεί το αίμα μας κλωστή κουβάρι
δώστε το στον Θησέα
να κλείσει πια η εποχή ετούτη του Μίνωα…


[επιλεγμένοι στίχοι από την  ΑΓΑΠΗ και την ΕΠΟΧΗ του Έκτορα Κακναβάτου, δυο ποιήματα από τη συλλογή ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ με την ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ - ART by alexey menschikov]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: