ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ vs Μπόρχες: όταν πεθαίνει ένας Ποιητής γεννιέται μια λέξη στο σύμπαν των Ονείρων

Όταν πεθαίνει ένας Ποιητής ο ίδιος ο ήλιος σταματάει την κίνησή του και χάνεται από προσώπου Γης η μαγεία του Λόγου   Κι εκεί πάνω από το μνήμα του Ποιητή, όταν πάψει να ενεργεί του λόγου η μαγεία και παραλύει το μέγα συμπαθητικό μας σύστημα που ενώνει τις λέξεις μεταξύ τους, πληρώνονται όλοι οι λογαριασμοί. Μα τη γλώσσα αυτή δεν την καταλαβαίνει ο αποστερημένος από τα ίδια του τα όργανα ο καταδικασμένος από την καταδίκη του ενάντια στον Αχρείο δράστη του εγκλήματος τον βγαλμένο από του εαυτού του τα κελιά. Κι έτσι κυνηγάει απ’ έξω του, ο αυτουργός, τον ίσκιο του κακού που δεν το συλλαμβάνει μέσα του [Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ από την Παραμυθολογία του Νάνου Βαλαωρίτη και κατακλείδα ένα Ποίημα με ένα μόνο στίχο, που περιέχει μόνο μία λέξη η οποία συνοψίζει το σύμπαν των Ονείρων του Μπόρχες]




Ο θάνατος του Ποιητή ( στον Αντρέα Εμπειρίκο - από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή Παραμυθολογία, Αιγόκερως)
Όταν πεθαίνει ένας Ποιητής η μαγεία του λόγου παύει να ενεργεί. Το νευρικό σύστημα που συνδέει τις λέξεις μεταξύ τους και στέλνει τα μηνύματα στο συλλογικό εγκέφαλο σμπαραλιάζεται. Τα αποτελέσματα είναι θανάσιμα για το λαό. Μια περίοδος σεξουαλικής ατροφίας ακολουθεί. Τα χωράφια δεν παράγουν σιτάρι, στα καρποφόρα δένδρα τα φρούτα ξεραίνονται πρόωρα. Ο ίδιος ο ήλιος σταματάει την κίνησή του. Φοβερές κάψες ακολουθούν. Λιμός και χολέρα ξεσπάνε. Παιδιά δεν γεννιούνται πια ζωντανά από τα σπλάχνα των μανάδων τους. Μια γενική παραλυσία σταματάει κι εμποδίζει κάθε κίνηση στη χώρα. Τότε ξεκινάν τα πλήθη μ’ επικεφαλής τον Αρχιερέα, τον διορισμένο από τον ίδιο τον τύραννο, και πάνε να κάνουν τα παράπονά τους. Ζητάνε ούτε λίγο ούτε πολύ να τιμωρηθεί ο υπαίτιος και να γίνει παράδειγμα η περίπτωσή του ώστε να μην επαναληφθεί το κακό. Ο τύραννος δέχεται την αντιπροσωπεία του λαού με ανάμικτα αισθήματα. Αισθάνεται υποχρεωμένος να κάνει κάτι για να ξεπλύνει το όνειδος, το μεγάλο κενό σαν μια πληγή που κακοφόρμισε, που άφησε με το θάνατό του, ολάνοιχτο, σα στόμα του Άδη, ο μακαρίτης. Από την άλλη βλέπει με καχυποψία κάθε ενέργεια που προέρχεται από τα κάτω. Φοβάται σαν το διάβολο την πνευματική αντιπροσωπεία, έστω και πουλημένη, έστω και ταπεινή ικέτιδα. Γυναίκες που πιάνουν τα γόνατα όπως το παλιό καιρό, μανάδες πικραμένες που οδύρονται για τα παιδιά τους. Τα σπλάχνα του τυράννου ταράσσονται. Μια συναυλία από χάλκινα όργανα γίνονται τα έντερά του. Σηκώνεται ταραγμένος από την πέτσινη πολυθρόνα του γραφείου του κι ορκίζεται όρκο φοβερό στα κόκαλα της μάνας του και του πατέρα του, ορκίζεται στη ζωή των παιδιών του, ορκίζεται στους θεούς και τους διαβόλους ότι θα κάνει το παν για να ξεπλύνει την ντροπή. Ότι θα ενεργήσει  ώστε να τιμωρηθούν παραδειγματικά οι υπαίτιοι. Λίγο υποψιάζεται τι θα ακολουθήσει. Μια βοή υψώνεται από τις φυλακές και φέρνουν μπροστά του οι δεσμοφύλακες έναν κατάδικο κουρελιασμένο και αιμόφυρτο που χτυπάει το στήθος του και βογκάει. «Εγώ, εγώ είμαι ο φταίχτης εξοχότατε. Σκοτώστε με, τιμωρήστε με. Κρεμάστε με. Χαρίστε μου τη ζωή και δεν θα το ξανακάνω». Ο τύραννος τον κοιτάει με αηδία. «Ένοχος», ψιθυρίζει στον Αρχιερέα… «Ομολόγησε», απαντάει εξίσου ψιθυριστά, ο ύπατος πνευματικός άρχων. «Να εκτελεστεί πριν από το ηλιοβασίλεμα…», δηλώνει κοφτά ο Εξουσιαστής και βίαιος άρχοντας. «Μα εξοχότατε», μουρμουρίζει ο Πνευματικός Άρχοντας, «η ποινή του θανάτου έχει καταργηθεί για τα μάτια του κόσμου». «Να στραγγαλιστεί κρυφά στο κελί του» δηλώνει ψυχρά ο Ελεγκτής.

«Τι θα πουν οι μεγάλες δυνάμεις εξοχότατε;» του κάνει δειλά ο Αρχιερέας. «Πέστε πως αποπειράθηκε να με σκοτώσει. Αποδιοπομπαίος τράγος» ψιθυρίζει ο Αρχιερέας με κάποια μακρινή τύψη. «Μα για να ησυχάσει το θυμωμένο φάντασμα του Ποιητή θα πρέπει να τον σφάξουμε πάνω από τον τάφο του… Να χορτάσει αίμα ο βρικολακιασμένος και ν’ αφήσει τούτον τον κόσμο ήσυχο στις δουλειές του». Οι δεσμοφύλακες φέρνουν την κατάθεση με υπογραφή του κατάδικου και βάνουν μπροστά στον τύραννο τη διαταγή της ποινής του θανάτου. Σε μια βδομάδα μόνο να το μάθει ο τόπος λέει ο τύραννος στον Αρχιερέα.

Στο δρόμο λοιπόν εκεί που παίρνανε τον κατάδικο στο νεκροταφείο η σελήνη φυσικά ήταν στο τελευταίο της τέταρτο, συναντάνε κάποιον που τους σταματάει: «Πού τον πάτε, άνθρωποι του Καίσαρος, τον ελεεινό;» «Τον πάμε για σταύρωμα…» απαντάνε οι άνθρωποι του Καίσαρα. «Με τι καταδίκη;», επιμένει ο άνθρωπος. «Λέει πως είναι φταίχτης για όλα τα κακά που γίνονται στη χώρα. Να το χαρτί που τα ομολογάει με την τζίφρα από το χέρι του…» «Αγράμματος» ρωτάει ο άλλος. «Μάλιστα» απαντούνε με ζήλο εν χορώ οι άνθρωποι του νόμου. «Αφήστε τον αυτόν τον αχρείο, να πιεί το φαρμάκι της ίδιας του της ψυχής… και πάρτε εμένα που φταίω παραπάνω από ένα κοινό κατάδικο για την κατάντια, αφού είμαι καλός άνθρωπος και δεν έχω κάνει τίποτα για να σταματήσω το κακό…». Και οι άνθρωποι του Νόμου κοιτάζονται και σαν να τους το υπαγορεύει μια ανώτερη δύναμη, λύνουν τον κατάδικο από τις χειροπέδες του και τις περνάνε στον άνθρωπο που συναντήσανε. Λίγα βήματα παρακάτω, πετάγεται από τους θάμνους ένας ψηλός άντρακλας, μουστακαλής: «Πού τον πάτε ωρέ» τους κάνει με μια βαριά μάγκικη φωνή, «τούτο τον καντηλανάφτη; Κάντε πέρα να πάει στη δουλειά του και πάρτε εμένα που είμαι από σόι και κάνω καλύτερα για εξιλαστήριο θύμα παρά ένα τέτοιο αρνί…». Και σαν να ακούσανε φωνή Θεού οι άνθρωποι του Νόμου, λύνουν τον Καντηλανάφτη και πιάνουν τον Άντρακλα… Λίγα βήματα παρακάτω τους συναντάει ένας έφιππος με στολή και με πολλά παράσημα: «Πού τον πάτε λεβέντες τον μάγκα τον Κηφισιώτη; Εμένα να πιάσετε που είμαι από το Χολαργό όπου έδρευε η αληθινή Χολέρα…».
Κι οι άνθρωποι του Νόμου σα ζαβλακωμένα ζώα υπακούουν, ώσπου να τους σταματήσει άλλος πριν από την είσοδο του Α΄ Νεκροταφείου ένας με πολιτικά.

«Είμαι ο τάδε, φίλοι μου, ο πρώην πρωθυπουργός… εμένα να πάρετε κι όχι αυτόν εδώ που ήταν όργανό μου…». Και για να συντομέψουμε την ιστορία, να μην μας πάρει όλον τον καιρό που ’ναι πολύτιμος, τι να στα λέω και τι να τ’ ακούσεις, προθυμοποιήθηκαν όλοι να πάρουν τη θέση του κατάδικου, πλούσιοι βαποράδες και βιομήχανοι ανώτατοι λειτουργοί του κράτους, Διοικητές της αστυνομίας, καθηγητές του Πανεπιστημίου, καλλιτέχνες και ηθοποιοί, σπουδαίοι και ταπεινοί… Μόλις όμως έφτασε η ακολουθία (γιατί καθένας που άλλαζε τη θέση του άλλου, έπαιρνε το ξοπίσω, για να δει τι θα γίνει και ποιον θα θυσιάσουν τελικά) στη θύρα του Νεκροταφείου, τους σταματάει ένας ρασοφόρος με το σταυρό: «Πού πηγαίνετε Έλληνες Χριστιανοί;» τους κάνει «ποιον πάτε να σταυρώσετε ο ένας αντίς για τον άλλον;»
«Ο Αλλάχ μόνο να σας βλέπει θα χαίρεται… Πάρτε με μένα που είμαι ο τελευταίος φταίχτης και προφήτης του εαυτού μου… Μόνος υπεύθυνος για το Κακό…» Και σαν να άκουσαν φωνή Θεού, πιάνουν τον Αρχιερέα και τον δένουν και τον πάνε να τον παλουκώσουν πάνω στο μνήμα του Ποιητή…

… Και φτάνουν μιαν ώρα στο μνήμα μπροστά κι έχουν μαζευτεί χιλιάδες δέκα που είναι όλοι έτοιμοι να πάρουν ο ένας τη θέση του άλλου και που ποδοπατιούνται για το ποιος θα περάσει πρώτος φταίχτης όταν πίσω από το μνήμα ξεπροβάλλει ένας προσωπιδοφόρος και τους σταματάει «Αλτ» βρωντοφωνάει με στρατιωτική φωνή, σαν επιλοχίας… «Πού τον πάτε τον Πανιερώτατο, αφήστε τον να ζήσει με τη συνείδηση που τον τρώει σαν φίδι και μαχαιρώστε με εμένα, που είμαι ο μόνος που είναι αίτιος για το Κακό… Εγώ δεν πήρα την εξουσία από τα χέρια σας και την περιβλήθηκα σαν σημαία, εγώ δεν καταδίωξα, δεν τρομοκράτησα, δεν βασάνισα, δεν φυλάκισα, τόσους χιλιάδες; Εγώ, ομολογήστε το, δεν είμαι ο μόνος φταίχτης και ο αληθινός;» Και το πλήθος άναυδο σιωπούσε ώσπου αρχίσανε ώσπου αρχίσανε που και που να φανάζουνε εδώ κι εκεί: «Κάτω ο τύραννος, εκτελέστε τον, να φύγει, κρεμάστε τον, βγάλτε του τα μάτια…»

Και βγαίνει εκείνη την ώρα από ένα τάφο διπλανό μια μαυροφορεμένη. Γύρω στο πρόσωπό της ένα βέλο πυκνό την κρύβει. «Αφήστε το παιδί μου να ζήσει και κρεμάστε με εμένα, τη μάνα του, αφού εγώ τον γέννησα, εγώ θα πρέπει να πληρώσω, που έφερα στον κόσμο ένα τέτοιο φίδι». Το πλήθος εμβρόντητο σωπαίνει. Κάποιο δράμα ασφαλώς αρχαίο θα ακολουθήσει εδώ, και περιμένουν όλοι με κομμένη την ανάσα τους… Κι οι δυο πρωταγωνιστές πρόσωπο με πρόσωπο ετοιμάζονται να ρίξουν ο ένας στον άλλον την κατηγορία.
Επιτέλους βρέθηκε ένας φταίχτης που θα αρνηθεί τη θέση του στον άλλον. «Η Ελλάδα είναι η μάνα μου» ουρλιάζει ο Προσωπιδοφόρος «μην την πιστεύετε, δεν έχω μάνα. Εμένα με γεννήσανε τα σωθικά της Γης. Κι έχω για καρδιά μια πέτρα…». Κι ανοίγει το παλτό του και φανερώνει την πέτρινη καρδιά του ο Θεοπάλαβος… Κι ανοίγει τότε η μάνα του τα πέπλα της, ξεσκίζοντας το φόρεμά της και δείχνει το γαλακτερό της στήθος που γαλούχησε τόσο ηρωικά παιδιά. «Σκοτώστε με αφού δεν έχει το στήθος του καρδιά…» παρακαλάει, με δάκρυα που κυλάν το πλήθος.

«Καρδιά σου είναι η άβυσσος», φωνάζει ο τύραννος, ρίχνοντας την προσωπίδα του «και μέσα της θα γκρεμιστώ». Και βγάζει το μαχαίρι του κι ορμάει και της σχίζει το στήθος για ν’ αποδείξει τα λόγια του. Και μέσα από την ανοιχτή πληγή βγαίνει το σκοτάδι που τον τυλίγει και τον εξαφανίζει από τις συνειδήσεις, εκεί πάνω από το μνήμα του Ποιητή όπου πληρώνονται οι λογαριασμοί, όταν πάψει να ενεργεί του λόγου η μαγεία και παραλύει το μέγα συμπαθητικό μας σύστημα που ενώνει τις λέξεις μεταξύ τους και τις στέλνει τη μια μετά την άλλη στο συλλογικό αφτί.
αλλ’ ει της ακουούσης έτ’ ην
πηγής δι’ ώτων φραγμός, ουκ αν εσχόμην
το μη αποκλησαι τουμόν άθλιον δέμας,
ίνα η τυφλός τε και κλύων μηδέν

Μα τη γλώσσα αυτή δεν την καταλαβαίνει ο αποστερημένος από τα ίδια του τα όργανα ο καταδικασμένος από την καταδίκη του ενάντια στον Αχρείο δράστη του εγκλήματος τον βγαλμένο από του εαυτού του τα κελιά. Κι έτσι κυνηγάει απ’ έξω του, ο αυτουργός, τον ίσκιο του κακού που δεν το συλλαμβάνει μέσα του.

Κι ένα Ποίημα με ένα μόνο στίχο, που περιέχει μόνο μία λέξη η οποία συνοψίζει το σύμπαν των Ονείρων

Η παραβολή του παλατιού  (από το βιβλίο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ)
Κείνη τη μέρα, ο Κίτρινος Αυτοκράτορας ξενάγησε τον ποιητή στο παλάτι του. Άφηναν πίσω τους στο βάθος, τις πρώτες δυτικές ταράτσες που κατέβαιναν διαδοχικά σαν κερκίδες ενός απέραντου αμφιθεάτρου, κι έφταναν σ’ έναν κήπο, που οι μεταλλικοί καθρέφτες του και οι πολύπλοκοι κέδρινοι φράχτες του προετοίμαζαν κιόλας για τον λαβύρινθο. Στην αρχή, χάθηκαν μέσα εκεί, χαρούμενοι, σαν να είχαν αφεθεί σε κάποιο παιχνίδι, κατόπιν όμως, ένιωσαν κάπως ανήσυχοι, γιατί οι ίσιες λεωφόροι έπαιρναν μιαν ανεπαίσθητη αλλά αδιάκοπη καμπυλότητα έτσι που, μυστικά, σχημάτιζαν κύκλο. Γύρω στα μεσάνυχτα, η παρατήρηση των πλανητών και η θυσία μιας χελώνας που έγινε την κατάλληλη στιγμή, τους έκαναν να απομακρυνθούν από κείνο το μέρος που έμοιαζε μαγεμένο, χωρίς όμως να πάψουν να έχουν την αίσθηση ότι χάθηκαν, αίσθηση που τους συνόδευε ως το τέλος. Πέρασαν προθαλάμους, αυλές βιβλιοθήκες,, μια εξαγωνική αίθουσα με μια κλεψύδρα. Ένα πρωί, πάνω από έναν πύργο, διέκριναν έναν πέτρινο άνθρωπο που δεν τον ξαναείδαν πια ποτέ. Πέρασαν πολλά αστραφτερά ποτάμια μέσα σε βάρκες από ξύλο σανταλιού ή πολλές φορές το ίδιο μόνο ποτάμι. Η αυτοκρατορική ακολουθία περνούσε και οι άνθρωποι έπεφταν στα γόνατα. Μια μέρα, πήγαν σ’ ένα νησί όπου κάποιος δε γονάτισε, γιατί δεν είχε δει ποτέ του το Γιο του Ουρανού. Ο δήμιος έπρεπε να τον αποκεφαλίσει. Τα μάτια τους κοίταζαν αδιάφορα μαύρα μαλλιά, μαύρους χορούς, πολύπλοκες χρυσές μάσκες. Η πραγματικότητα συγχέονταν με το όνειρο ή, μάλλον, η πραγματικότητα ήταν ένας από τους σχηματισμούς του ονείρου. Φαινόταν αδύνατο, η γη να είναι τίποτα άλλο από κήπους, νερά, αρχιτεκτονήματα και άλλες τέτοιες όψεις της μεγαλοπρέπειας. Κάθε εκατό βήματα έκοβε τον ουρανό κι ένας πύργος. Το μάτι, τους έβλεπε όλους να ’χουν το ίδιο χρώμα, όμως ο πρώτος ήταν κίτρινος κι ο τελευταίος κόκκινος, τόσο ανεπαίσθητες ήταν οι διαβαθμίσεις και τόσο μακριά η σειρά.

Στη ρίζα του προτελευταίου πύργου ήταν που ο ποιητής (που φαινόταν πως δεν τον εντυπωσίαζαν όλα αυτά που θάμπωναν τους άλλους) απάγγειλε τη σύντομη σύνθεση που είναι σήμερα αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με το όνομά του και που, όπως το επαναλαμβάνουν οι πιο κομψοί ιστορικοί, του χάρισε ταυτόχρονα την αθανασία και το θάνατο. Το κείμενο έχει χαθεί. Πολλοί υποστηρίζουν ότι το αποτελούσε ένας μόνο στίχος, άλλοι ότι ήταν μόνο μία λέξη. Το βέβαιο, το απίστευτο, είναι ότι το ποίημα περιείχε ολόκληρο και με την παραμικρή λεπτομέρεια το τεράστιο παλάτι, με όλες τις περίφημες πορσελάνες του, το κάθε σχέδιο της κάθε πορσελάνης, τις σκιές και τα φώτα κάθε ηλιοβασιλέματος, την κάθε στιγμή, ευτυχισμένη ή δυστυχισμένη, των δοξασμένων δυναστειών των θνητών, των θεών και των δρακόντων που το ’χαν κατοικήσει, εδώ κι ένα απροσμέτρητο παρελθόν. Όλοι είχαν βουβαθεί, μονάχα ο Αυτοκράτορας ούρλιαξε: Μου ’κλεψες το παλάτι μου! Και το σιδερένιο σπαθί του δήμιου θέρισε τη ζωή του ποιητή.

Την ιστορία αυτή, άλλοι, τη διηγούνται διαφορετικά. Στον κόσμο δεν μπορούν να υπάρχουν δυο όμοια πράγματα. Έφτασε, λένε, να απαγγείλει ο ποιητής το ποίημα και να εξαφανιστεί το παλάτι, σα να ’χει καταργηθεί ή κατακεραυνωθεί απ’ την τελευταία συλλαβή. Είναι φανερό ότι τέτοιοι μύθοι δεν είναι τίποτα περισσότερο από λογοτεχνικά κατασκευάσματα. Ο ποιητής ήταν σκλάβος του Αυτοκράτορα και πέθανε σαν σκλάβος. Η σύνθεσή του χάθηκε, γιατί της άξιζε η λήθη. Οι απόγονοί του ψάχνουν, μα δεν θα βρουν τη λέξη που συνοψίζει το σύμπαν.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΔΩ ΣΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΟΥ ΠΟΣΟΝ ΑΓΑΠΑΣ (ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο)

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: