ΕΚΑΝΑ ΕΝΑ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΟ: ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΒΗΜΑ ΕΓΡΑΨΑ ΒΛΗΜΑ (το διόρθωσα με βαριά καρδιά):

Υπερχείλιση γραμμάτων στο μαγικό καθρέφτη της οθόνης (που γίνεται καταπακτή και άβυσσος και ελπίδα… 140 χαρακτήρες. Αυστηρά. Ούτε ένας περισσότερος, αλλιώς το σύστημα μπλοκάρει και το μήνυμα δεν μπορεί να αποσταλεί μέχρι να διορθωθεί όπως πρέπει. Με λιγότερους χαρακτήρες δεν υπάρχει θέμα, το πλεόνασμα είναι που δεν ανέχεται ο μηχανισμός. Την υπερχείλιση γραμμάτων και λέξεων. Και νοημάτων, αισθημάτων, ερωτημάτων. Και τα λοιπά. Ακόμα και σήμερα αναρωτιέμαι πώς συνέβησαν τόσο ξαφνικά όλα αυτά. Απορώ, πραγματικά απορώ. Πότε και πώς πρόλαβαν όλα αυτά να γίνουν οριστικά. Να αποκτήσουν ουσία. Μια οθόνη θυμάμαι στην αρχή, και μια καρικατούρα δίπλα σε ένα παράλογο όνομα, που χρησίμευε ως σημείο αναφοράς σε κάτι/κάποιον άγνωστό μου. Και μερικές ατάκες καλοδουλεμένες, εντυπωσιακές, προφανώς προβαρισμένες εκ των προτέρων πάνω σε αμέτρητα μυαλά – ατάκες που πρέπει να συμπτύσσονται μαγικά και να καταφέρνουν να σαγηνεύουν την απέναντι μοναξιά σε 140 αδιαπραγμάτευτους, αυστηρούς ηλεκτρονικούς χαρακτήρες… Την οθόνη θυμάμαι, που σαν μαγικός καθρέφτης άρχισε να σκάβει μονοπάτια μέσα μου, και να γέρνει κοντά στο πρόσωπό μου. Την οθόνη-καταπακτή που έγινε άβυσσος και με ρούφηξε, μόνο αυτό θυμάμαι… Και την πρώτη-πρώτη εκείνη στιγμή, την αποκαλυπτική, που ένιωσα πως είμαι το παιχνίδι κάποιου. Πως μπορώ να παίξω, να ανταποκριθώ. Πως υπάρχει ακόμη ελπίδα… Έκανα ένα τυπογραφικό. Αντί για βήμα έγραψα βλήμα. Το διόρθωσα με βαριά καρδιά…  [ΠΗΓΗ: Thethreewisehs’s Weblog 3 ΕΥΧΕΣ  και ΚΑΤΑΪΔΡΩΜΕΝΕΣ: Να μην αφήνεις ποτέ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ  μα να μ’ αγγίζεις που και που– ART by KAREN DIVINE spiritual photography]


Αντιηρωίδες του Ντοστογιέφσκι: η μάνα μου, η μάνα σου, η γιαγιά μας, η γειτόνισσα, οι γυναίκες της διπλανής πόρτας
Δουλεύει από πέντε χρονών. Μια στα αμπέλια του πατέρα ή στις ελιές, μια στην ταβέρνα με τα δρύινα βαρέλια να λιβανίζει από μέσα το ξύλο για να καπνίσει ωραία το κρασί, μια στην επιχείρηση του μέλλοντα συζύγου, μια πάνω από τα κεφάλια των παιδιών με αριθμητικές και γεωγραφίες, μια στο σπίτι της με ραπτομηχανές και κουβαρίστρες να ράβει για λογαριασμό τρίτων. Μια ζωή δουλειά. Ιδρώτας και κόπος. Ευσυνειδησία.

Στο σινεμά πήγαινε μικρή, τότε που ήταν αρραβωνιασμένη. Τώρα πια, τα βράδια, βλέπει τούρκικα. «Βλακείες, καλά το λες, αλλά και τι να κάνω; Έξω δε μπορώ να βγω, με τα χέρια σταυρωμένα μέσα στους τέσσερις τοίχους θες να κάτσω;». Συμμετέχει στη ζωή των πρωταγωνιστών, κλαίει με τα δράματα, γελάει με τις χαρές τους. Ενίοτε συμβουλεύει φωναχτά τη δακρύβρεχτη πρωταγωνίστρια για την επόμενη κίνησή της, αγανακτεί με τον άδικο εραστή, συμπονά το αίσθημα που δεν ευοδώθηκε και παιδεύει. Άλλοτε γυρνάει κανάλι στις ειδήσεις, απελπίζεται και απορεί με όσα βλέπει εκεί, τα χάνει. Εκπομπές μαγειρικής δεν βλέπει ποτέ. Από τα χέρια της έχουν βγει οι νοστιμότερες συνταγές του κόσμου. Αυτοδίδακτη σε όλα της, δασκάλα του εαυτού της από την πρώτη μέρα της ζωής της.

Πέρασε Κατοχή, πείνα, φτώχεια και κακουχίες. «Βλέπεις το σημάδι στο μέτωπο; Το ‘42, 43 ήταν οι Γερμανοί στα χωριά. Ο πατέρας μου έκρυβε κάτι συγγενείς στο σπίτι για να μην τους σκοτώσουν. Τα απογεύματα, λοιπόν, στην αυλή, σκάβαμε κι ανοίγαμε μια λακουβίτσα τόση όσο ένα κουτί Νουνού και μέσα ρίχναμε νερό κι ασετιλίνη. Σα λάσπη γινόταν αυτό. Στο πάνω μέρος στερεώναμε μετά ένα χάρτινο φυτίλι και όταν του βάζαμε φωτιά αυτό έσκαγε. Έτσι έκαναν πλάκα οι μεγάλο, με το ‘ντουβ’. Χαζογέλαγαν οι άμοιροι, που ζούσαν σαν φυλακισμένοι. Μια μέρα με στείλανε να το φυσήξω γιατί δεν άναβε η φωτιά. Ένιωθα πως έπρεπε να τους διασκεδάσω. Πήγα κοντά, φύσηξα, κι αυτό έσκασε στο πρόσωπό μου. Έτσι με πήρανε τα αίματα, και με έτρεχε η αδερφή μου στο νοσοκομείο. Παιχνίδι των μεγάλων ήταν, αλλά την πλήρωσε το μικρό. Όταν ήρθε ο πατέρας μου το βράδυ από τα χτήματα, έγινε χαμός στο σπίτι».

Δεν μεγάλωσε ανάμεσα σε καντήλια και εικονίσματα. Δεν κάνει μεγάλους σταυρούς και βαθιές μετάνοιες, δεν κρατάει όλες τις νηστείες. Την πίστη της την διδάχτηκε από τους πιο μεγάλους και την θεωρεί πολύ σημαντική. Στην εκκλησία πάει μόνο όταν νοιώσει την ανάγκη. «Το κατηχητικό δεν μου άρεσε, δεν την άντεχα την κλεισούρα. Ήμουν ελεύθερο μυαλό, ήθελα να είμαι έξω και να παίζω. Ή να τρέχω σε δουλειές, να κάνω θελήματα, μπας και βγάλω κάνα πιάτο φαΐ για το σπίτι. Θρησκευτικά έμαθα από τον παππούλη μου, λιβάνι τα χώματά του. Άγιος άνθρωπος, ούτε μύγα δεν πείραξε στη ζωή του. Ψάλτης». Μια φορά έκλεψε από τους Γερμανούς ένα ρολό συρματόπλεγμα για να γλιτώσει τους γονείς της από τις βραδινές σκοπιές στο αμπέλι, που τους έκλεβαν τα σταφύλια κι έπρεπε να μένουν εκεί. «Πώς δε με σκότωσαν οι ναζί… Μικρό παιδί, μια χαψιά, πέντε έξι χρονών ήμουν δεν ήμουν, αλλά αυτοί δεν χαμπάριαζαν από τέτοια. Άνοιξα με τα χέρια μια τρύπα στο φράχτη τους, τρύπωσα στην αποθήκη κι έκλεψα το συρματόπλεγμα που είχαν ανάγκη οι δικοί μου. Δεν ήθελα να χρειάζονται κάτι και να μην το έχουν, ήμουν μικρή αλλά ένιωθα πως έπρεπε να τους προστατεύω. Γονατιστή το κύλησα ως το σπίτι, ρόδα. «Να μην τρέχετε τις νύχτες να φυλάτε», είπα στη μάνα μου όταν τρόμαξε που το είδε στην αυλή. Δική μου και αυτή η ευθύνη. Δεν μου την ανέθεσε κανείς, μόνη μου την πήρα. Μετά σκάψαμε μια γούβα πίσω από το σπίτι, φυτέψαμε και κάτι μελιτζάνες από πάνω και τη γλιτώσαμε. Όταν περίφραξε με αυτό ο πατέρας μου το χτήμα, πολύ μετά, η περηφάνια μου δεν περιγράφεται. Ένιωθα εντάξει με τον εαυτό μου».

Δεν την πειράζουν οι ξένοι που έχουν έρθει στην περιοχή. Τους συμπονά που δεν μιλάνε καλά τη γλώσσα και φοβούνται να πουν πολλά ή έχουν τριμμένα ρούχα. Όταν έχει τους δίνει ένα πιάτο φαΐ ή κάνα σακάκι. Όπου διακρίνει την ανάγκη τρέχει να προσφέρει αυτό που μπορεί. Θέλει να βλέπει γύρω της έναν κόσμο δίκαιο. Δεν αντέχει να κλείνει τα μάτια στον πόνο. «Ο πόλεμος, είτε με όπλα είτε με αδιαφορία ή κακία για τον πλησίον σου, είναι άσχημο πράγμα. Τα έζησα όλα αυτά, και ξέρω τι σημαίνουν. Στον Έντυ που μου σκάλισε τον κήπο έδωσα το μεροκάματο και μια τσάντα λεμόνια. Τις προάλλες έφτιαξα μαρμελάδα και τον φίλεψα ένα βάζο να! Στη Σβέτα που με βοηθάει στις δουλειές πάντα φροντίζω να ζεσταίνω τυρόπιτα, να κόβει τη μέρα της στη μέση, με τον καφέ της. Αν έχω και κάνα έξτρα πακέτο μακαρόνια, της το κερνάω να το μαγειρέψει στα παιδιά της. Στο σούπερ μάρκετ τα μισά μου ψώνια άδειασα μπροστά σε μια γριά που ζητιάνευε στο πεζοδρόμιο. Χίλιες ευχές μου έδωσε, σε άλλη γλώσσα. Λεφτά δεν είχα. Μπορούσα όμως να φάω εγώ ξέροντας πως αυτή πεινάει; Ψυχές είναι κι αυτοί, όπως εμείς. Με οικογένειες και συγγενείς κάπου μακριά. Τι φταίνε που τους ξερίζωσε η φτώχια; Δεν πρέπει να κάνουμε διακρίσεις στους ανθρώπους. Αν δείχνεις κάποιον με το δάχτυλο και λες ‘κοίτα τον κακομοίρη’ είναι σα να λες μπράβο στα κανάλια που κοροϊδεύεις. Δεν είναι θέαμα οι άνθρωποι, αλληλεγγύη και ανθρωπιά ζητάνε. Σε σένα τα λέω όλα αυτά, ποτέ δεν μιλάω πάρα έξω».

Κάθε τόσο ξεχνιέται. Αναπολεί το παρελθόν, μιλά για τις ρίζες της και τις καταβολές της. Την δυσκολεύει ο κόσμος έτσι όπως τον βλέπει να μεταμορφώνεται. Αγωνιά για το μέλλον των επόμενων γενεών. Να’ την ξανά εκείνη η παλιά ευθύνη. Αλλιώς τα ήλπιζε και αλλιώς τα βλέπει. Στεναχωριέται με την κατάντια της κοινωνίας. Δεν συμπαθεί τους αστυνόμους, δικαιοσύνη επιθυμεί. Δεν πιστεύει πως ο ψήφος της πάει άδικα επειδή δεν είναι νέα τριάντα χρονών – συνεχίζει να νιώθει υπεύθυνη, όπως τότε που ήταν παιδί. Για όλους. Δεν αρνείται να μετακινηθεί πολιτικά – βλέπει πως οι πάλαι ποτέ ιδεολογίες σήμερα έχουν αλλάξει. Ακούει συμβουλές, προσφέρει, φοβάται το σκοτάδι της εποχής, κάνει αυτό το λίγο που μπορεί για να αλλάξει τον κόσμο. Και αυτό το λίγο γίνεται πολύ, γιατί κρύβει μέσα του ψυχή και πίστη. Δεν πιστεύει σε κάποια «κυβέρνηση ευθύνης», πιστεύει πως την έγνοια αυτή ο καθένας οφείλει να την κουβαλά στην πλάτη του ξεχωριστά αν θέλει να λέγεται άνθρωπος.

Δεν είναι μια ηρωίδα του Ντοστογιέφσκι. Η ζωή της δεν βασίζεται σε απαρέγκλιτες δομές. Τα δράματα και οι θρίαμβοί της δεν έχουν γίνει βιβλίο ή θεατρική παράσταση. Κανένα κοινό δεν θα την χειροκροτήσει μόλις πέσουν οι τίτλοι του τέλους. Είναι η μάνα μου, η μάνα σου, η γιαγιά μας, η γειτόνισσα, η γνωστή, η γυναίκα της διπλανής πόρτας που δεν απέκτησε γνώσεις στο πανεπιστήμιο αλλά γνωρίζει πολύ καλύτερα από τους πτυχιούχους και τους σοβαροφανείς ρήτορες τον κόσμο και τη ζωή. Σε βάθος. Αυτή η γυναίκα Υπάρχει. Ας γίνει παράδειγμα. Ας γίνει ευγενής Στόχος.

Θέλω ΘΕΛΩ θέλω ΘΕΛΩ θέλω ΘΕΛΩ θέλω (άρα μπορώ;)
Θέλω ένα βαθύ πιάτο με μπριάμ κάτω από μια κληματαριά με θέα τη θάλασσα, μια ρακή, λίγο ζυμωτό ψωμί και φίλους γύρω από το τραπέζι

Και θέλω να είναι συνεχώς μεσημέρι, ακίνητος ο ήλιος στον ουρανό, να μην περνά η ώρα, να μην περνά η όρεξή μας, να μην μας διαπερνά κανένα ζόρι και καμία βιασύνη, να μην μας προσπερνά η ζωή

Θέλω να γίνουν όλα απλά

Θέλω να δω για άλλη μια φορά τις αιτίες που κάνουν τους ανθρώπους να βουρκώνουν

Θέλω να μπορώ να τους αγκαλιάσω λέγοντάς τους ένα απλό “μαζί”

Θέλω να περπατάω αμέριμνη στα στενά του αγαπημένου μου νησιού και να δροσίζεται το πίσω μέρος του λαιμού μου από μια σταγόνα που έσταξε από την ευωδιαστή μπουγάδα στο σχοινί της τροχαλίας

Θέλω να κοιτάζω όμορφα αγόρια και κορίτσια να στολίζουν σαν λουλούδια τον Ιούλιο

Θέλω να διαγράψω από το νου μου όσα αναιρούν τις καλύτερες προθέσεις μου και ακυρώνουν άτιμα τις χαρές μου

Θέλω να χαϊδεύω το κεφαλάκι του βασιλικού από την πήλινη γλάστρα, να ακουμπάω ένα μοσχομυριστό Μοχίτο στο πράσινο τραπεζομάντηλο ακούγοντας Λένα Πλάτωνος και Cocorosie το ηλιοβασίλεμα και να μουρμουρίζω στίχους του Μπωντλαίρ

Θέλω να ταΐζω στο στόμα κεράσια την αγάπη μου και μετά να απλώνω την παλάμη μπροστά στο στόμα της για να μαζεύω τα κουκούτσια

Θέλω να χαζέψω το μυώδες κορμί του αγοριού με τα Rayban και να περηφανεύομαι πως σε αυτή τη ζωή κατάφερα να κάνω κάτι πολύ άξιο, αφού ένας τόσο ωραίος έφηβος πασχίζει να με εντυπωσιάσει κολυμπώντας

Θέλω να σβήσουν με μια αόρατη γομολάστιχα οι αγωνίες του πρόσφατου καιρού κάνοντας χώρο για ένα αλλιώτικο μέλλον

Θέλω τα περιστέρια να συνεχίσουν να έρχονται γύρω μου κι εγώ να έχω σουσάμι να τα ταΐσω

Θέλω να μη χρειαστεί να ξαναταΐσω ποτέ τον “προστατευόμενό μου” εκεί στο σκαλί, γιατί με κάποιο μαγικό τρόπο αυτή η χώρα θα έχει κάνει χώρο για όλα της τα παιδιά και όλοι θα έχουμε τροφή και στέγη
Θέλω να μου χαριστεί για λίγο η μελαγχολία μου και να παραμερίσει επιτέλους προς όφελος της χαράς μου

Θέλω να βρίσκω αιτίες να νιώθω πως όλα πάνε καλά, πως γίνομαι λίγο καλύτερη, πως δεν είμαι βάρος σε κανέναν και πως δεν είναι απαραίτητο τα βάρη όλου του κόσμου να πέφτουν στις πλάτες μου λόγω ανασφάλειας και ενοχών

Θέλω να ξαναρχίσω να μετράω αστέρια ξαπλωμένη στην άμμο του Αυγούστου και να ξαναβρώ τον τρόπο που μέτραγαν μέσα μας παλιά οι λαμπερές στιγμές και τα ωραία μας λόγια

Θέλω να γίνει κάτι μαγικό και αυτό το καλοκαίρι να μην αφήσει παραπονεμένο ούτε ένα μικρό καφετί μυρμήγκι

Θέλω να γεμίσει ο αέρας με πεταλούδες και αγγέλους κάποιο απόγευμα, και μέσα από το φτερούγισμά τους να διακρίνουν οι άνθρωποι τη δύναμη των πιθανοτήτων

Θέλω να ακούω να γελάει ένα παιδί μέσα από ένα μισάνοιχτο παντζούρι

Θέλω οι φίλοι μου να με πάρουν αγκαλιά και να νιώθω να πάλλονται από ευτυχία οι καρδιές τους

Θέλω να νιώθω πως με αγαπάς και πως εξακολουθείς να θέλεις να σε αγαπάω

Θέλω να γίνω το καλοκαίρι και να κάνω επανάσταση, μένοντας εδώ για πάντα
Θέλω
(άρα μπορώ;)

Έκανα ένα τυπογραφικό. Αντί για βήμα έγραψα βλήμα. Το διόρθωσα με βαριά καρδιά.


 [ΠΗΓΗ: Thethreewisehss Weblog 3 ΕΥΧΕΣ  και ΚΑΤΑΪΔΡΩΜΕΝΕΣ: Να μην αφήνεις ποτέ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ  μα να μ’ αγγίζεις που και που– ART by Araki]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: