ΕΙΜΑΣΤΕ Η ΣΚΕΨΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΕΙΜΑΣΤΕ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ (που, μας συντονίζει με την αχρεία θεϊκή χίμαιρα της Φύσης, προς την οποία είμαστε υποτελείς)

Φτιάχνουμε θεούς ως μηχανές εξυπηρέτησης των παθών μας. Τα πάθη μας τροφοδοτούνται απ’ τη σταθερή αντίθεση καρδιάς και λογικής, δηλαδή απ’ τη φύση. Τα πάθη μας είναι έξω απ’ τη συνείδηση που αποτελεί καρπό παιδείας. Η συνείδηση δεν είναι φυσική αλλά κοινωνική. Η συνείδηση περιβάλει την καρδιά και τη λογική σαν ένα κουκούλι προστασίας απ’ τα ξένα βλέμματα που προσπαθούν να τρυπώσουν μέσα μας. Αυτή η καταρχήν φυσική οργάνωση που λέγεται άνθρωπος, αυτό το σύμμετρο κουβάρι από ίνες, νεύρα, μύες και ρευστή ύλη μας θυμίζει κάθε φορά πως η ηθική δεν είναι παρά ένα θέμα δονήσεων των νευρικών μας χορδών. Κανένα σώμα δεν είναι όμοιο με ένα άλλο σώμα. Κάθε χαρακτήρας είναι πρωτότυπος και κάθε σκέψη είναι επίσης ιδιόρρυθμη. Όλοι οι στοχασμοί και οι ποιητικές ομολογίες είναι γεννήματα της διαφορετικότητας. Κάθε ποίημα απ’ το πιο βλαμμένο και ρυπαρό μέχρι το πιο έξυπνο και επιδραστικό είναι εκπάγλου διαυγείας μα οι αποφάνσεις του βρίσκονται στο έλεος κάποιου πράγματος που δεν έχει ειπωθεί. Κι εδώ φαίνεται πως η δημιουργία είναι φυσικό φαινόμενο. Η μηχανή που φτιάξαμε,-δηλαδή ο θεός που κατασκευάσαμε για να εξυπηρετήσουμε τα πάθη μας εκμαιεύοντας κάθε φορά πρώτες ύλες για τα βίτσια μας-είναι φύση, καθαρότατη φύση. Και η σκέψη μας είναι το έργο της κοσμικής τρέλας που πλάστηκε από μιαν ανεξιχνίαστη διαφθορά, την οποία είμαστε ανίκανοι να αντικρύσουμε στα ίσα. Η σκέψη μας είναι η κοσμική μητέρα, μέσα στη μήτρα της οποίας σχηματίζονται τα όργανα που μας καθιστούν επιρρεπείς ως προς τη μια ή την άλλη φαντασίωση. [ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΩΝ ΡΕΥΣΤΩΝ του Αντώνη Αντωνάκου από το προσωπικό του ιστολόγιο ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ, όπου, εξομολογούμενος,  ως φίλος προς φίλους μας προτρέπει: Φίλοι μη βαριέστε τα ποιήματα δεν είναι σχολική ύλη αλλά αργόσχολη μονοκοπανιά... Φίλοι ο ελαιώνας μου αντηχεί λαχτάρες αρραβώνες ερπετά νιώστε πως βόσκει το αίμα στα μηλίγγια μου να! πιάστε εδώ λίγο του μπούφου εμένα το σφυγμό  ]

ΤΑΥΤΑ ΠΡΟΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΙΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ: Κάποιοι στήνουν αυτί να τους πει η φύση κάτι. Μα η φύση δεν μιλά. Η φύση δεν βλέπει και δεν σκέφτεται. Η φύση μόνο γεννά. Είναι αιωνίως λεχώνα... [ART by Ben Goossens]



ΠΕΡΙ ΑΡΙΣΤΕΙΑΣ
Πληθαίνουν τα άρθρα των αρίστων για την αριστεία. Κυρίως ντελικάτοι καθηγητές πανεπιστημίου με τη σχεδιαστική γραμμή του σοφού που αψηφά την κοινωνική βαρύτητα και μαζί με σύννεφα, φεγγάρια και παραλίες αραδιάζει επιχειρήματα για να καταλήξει στην ανάγκη μιας πνευματικής ελίτ αρίστων που θα προωθήσει αλλαγές και μεταρρυθμίσεις.

Αν και οπωσδήποτε οι νεοφιλελεύθεροι έχουν εγκαταλείψει τη στιβαρότητα για χάρη της ελκυστικότητας, προωθούν με όρους σφαγείου τα εκπαιδευτικά γκουλάγκ. Τα παραδείγματα είναι πάντα παραδείγματα χωρών στις οποίες οι άνθρωποι δεν ζουν αλλά δουλεύουν.

Ως άκακοι ονειροπόλοι οι αρθρογράφοι-της εφημερίδας που προσδιορίζεται ως αστική αλλά απευθύνεται σε χωριάτες που μένουν σε πλούσια προάστια-κάνουν βουτιά στη νοσηρή ψυχοσύνθεση του νεοέλληνα. Ξέρουν πως τα παιχνίδια του νεοέλληνα είναι τα παιδάκια του και πως η παιδοκεντρική του πλήξη ζητά σανό και αφρώδες πνεύμα. Ξέρουν πως θα του γαργαλίσουν το ναρκισσιστικό του λοβό με έξαλλες ποσότητες αριστείας.

Όλες οι εφαπτόμενες τροχιές της ματαιοδοξίας του ξέρουν πως οδηγούν στα φράγκα και στην καλή ξαπλώστρα στην Ψαρού. Μα κανένας σπουδαίος υπερφίαλος μαλάκας και κανένας ηθικολόγος της αριστείας δεν υπήρξε παιδί. Και κανένας απ’ αυτούς τους στρατηγούς του νεομεσαίωνα δεν μπορεί να νιώσει τη νοσταλγία και τη θλίψη που προκαλεί η εντελώς καθορισμένη ζωή των παιδικών χρόνων.

Παιδιά κλειδωμένα σε χώρους που συνεχώς μικραίνουν. Σχολεία που μπαίνεις μέσα τους και σε καταπίνουν. Το ψωμί όπως και η ζωή αρχίζει εκεί να χάνει τη γεύση του. Ακόμα και το παιχνίδι είναι προγραμματισμένο και στημένο με ωράριο και απολύμανση σε κλειστούς πάντα χώρους. Είναι οι επίλεκτοι δάσκαλοι, που σε μαθαίνουν εκεί στο σχολείο της αριστείας πως το να κερδίζεις το ψωμί είναι σημαντικότερο απ’ το να το τρως. Και πως κάθε τι είναι υπολογισμένο κι έχει την τιμή του.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ
Στο μεγάλο σεισμό τον καταπλάκωσε η βιβλιοθήκη του. Θάφτηκε κάτω από ένα βουνό με βιβλία. Έναν πολύχρωμο παρδαλό σωρό. Με τις σελίδες ανοιγμένες τυχαία. Κανένας ήλιος δεν μπορούσε να τρυπώσει. Καμιά χαραμάδα δεν άφηνε υπόνοια χιλιοστού ζωής. Δεν μπορούσε να κουνηθεί. Να κλάψει ή να γελάσει. Σπαρταρούσε ανεπαίσθητα. Τρομοκρατημένος απ’ την παγερή λογική αυτής της σφαγιαστικής γεωμετρίας της φύσης. Μονάχα το μυαλό του μπορούσε να κινηθεί σ’ αυτά τα παγερά σκοτάδια. Μονάχα το μυαλό του μπορούσε να τον κρατήσει ζωντανό. Μονάχα το μυαλό μπορούσε ν’ αντέξει το βάρος απ’ τις λέξεις που τον είχαν πλακώσει. Θυμήθηκε τότε μιαν επιστολή του Στρίνμπεργκ στον Γκογκέν. «Έχω δει δέντρα που ουδείς βοτανολόγος μπόρεσε ποτέ ν’ ανακαλύψει, ζώα που ο Cuvier δεν διανοήθηκε ποτέ ότι υπάρχουν και ανθρώπους που μονάχα εσείς ήσασταν ικανός να πλάσετε». Μακριά ακουγόταν το σύρσιμο της μπουλντόζας στα ερείπια θρηνητικό και τρελό.

ΕΝΑ ΦΙΛΑΚΙ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΟ, ΠΟΛΥ ΛΙΓΟ (ο σκηνοθέτης έδωσε εντολή να ξαναγυριστεί η σκηνή του φιλιού. Υπάρχει ανάμεσά σας πάρα πολύ κραγιόν, είπε στους πρωταγωνιστές)
Όποιος δεν έχει χιούμορ έχει καρκίνο. Όχι τον καρκίνο από κάπνισμα ή κακή διατροφή ή κληρονομική προδιάθεση. Αλλά τον άλλο τον καρκίνο. Αυτόν που σε νεκρώνει παντελώς από ζωή ενώ είσαι ζωντανός. Τον καρκίνο που είχαν παλιότερα οι δάσκαλοι, οι κατηχητές και οι χωροφύλακες. Τον καρκίνο που έχουν σήμερα όλοι οι σοβαροί άνθρωποι που το παίζουν σοβαροί για να κερδίσουν πόντους εξουσίας. Για να σου καθίσουν στο σβέρκο ως εκπρόσωποί σου και ως σωτήρες σου. Για να σου δείξουν πως η λιποταξία σου απ’ τη σοβαρότητα είναι ποινικό αδίκημα. Για να σου σκάψουν το λάκκο. Γιατί οι σοβαροί άνθρωποι νομίζουν πως είναι και έξυπνοι επειδή είναι σοβαροί και ως σοβαροί έξυπνοι μπορούν να σε θάψουν ζωντανό.

Του κόσμου οι μαλακίες έχουν ειπωθεί αποκλειστικά από σοβαρούς και μορφωμένους. Το πρώτο ξεκολιαστικό γέλιο μού το πρόσφεραν και μού το προσφέρουν οι διευθυντές των σχολείων στην πρωινή προσευχή. Με όλο το ειδικό βάρος που απαιτεί ο ρόλος του νάρκισσου αρχηγού αλλά και του ορθόδοξου μουλά που επιβάλει το πρωινό σταυροκοπάνημα εκτοξεύουν ρουκέτες προς τα νυσταγμένα αυτάκια των λιλιπούτειων ανθρωποπροβάτων. Ένα μείγμα από Μουσουλίνι και Σταύρακα πασπαλισμένο με ολίγη Αδερφή Τερέζα και ολίγο επιθεωρητή Κλουζό. Αρχαιοπρεπείς ατάκες με λάθος νόημα, άσχετες συναισθηματικές κορώνες και μπόλικος πατρικός σπασμός.

Στο κέλυφος τούτης εδώ της σοβαρότητας αναπτύσσονται τα περισσότερα υβρίδια της υποκρισίας. Μιαν αντίληψη που θέλει την κοινωνικοποίηση-τη βίαιη και ασιάλωτη φυσικά- πάνω απ’ τη ζωή και τις ανθρώπινες ανάγκες. Η ψυχολογία των μαζών, τουτέστιν η ψυχολογία του μαντριού, είναι το πρώτο μάθημα στα κατηχητικά της ακαδημίας. Η ανθρωποστάνη για να δουλέψει αρμονικά θέλει δυο κατηγορίες ανθρώπων. Τους εργοδότες και τους εργάτες. Τους δασκάλους και τους υπάκουους μαθητές.

Στην ανθρωποστάνη για να ξεπεραστούν οι κρίσεις κόβεις κεφάλια. Κόβεις συντάξεις, γάζες, οξυγόνο, βιβλία, λιανίζεις ανθρώπους και πνίγεις ανθρώπους. Η ανθρωποστάνη έχει ανάγκη τους σοβαρούς ανθρώπους. Σοβαρούς διευθυντές και σοβαρούς υπουργούς και σοβαρούς παπάδες που μας κάθονται στο σβέρκο. Σοβαρούς ανθρώπους που χαριεντίζονται ή μαλώνουν για το τι πρέπει να μαθαίνουμε και τι πρέπει να τρώμε…

Ο Ποιητής έβαψε τ’ άσπρα του μαλλιά και το γκριζαρισμένο του μούσι απαγγέλλοντας το Ποίημα της Νεότητας 

(ΤΑΧΥΔΑΚΤΥΛΟΥΡΓΟΣ)
Ο Jacob ένας ταχυδακτυλουργός γεννημένος στη Βιέννη, αποφάσισε μια μέρα να φανερώσει στο κοινό όλα τα κόλπα του. Ν’ αποκαλύψει τα τεχνάσματα που βρίσκονται πίσω απ’ τις μαγείες. Αποφάσισε να δείχνει πρώτα το τέλος κι έπειτα τη μέση και την αρχή. Άρχισε ν’ αποκαλύπτει τα τρυκ του. Ο Jacob άρχισε να εισπράττει για λογαριασμό του τις επιδοκιμασίες που άλλοτε πλούτιζαν τη μαγεία. Οι συνάδερφοί του τον έσυραν στα δικαστήρια. Τα παιδιά πλέον δε στέκονταν με δέος μπροστά τους κι ο κόσμος τούς απέφευγε θεωρώντας τους μικροαπατεώνες και τεμπέληδες θλιβερούς που βγάζουν το ψωμί τους με ψέματα. Ο Jacob στο δικαστήριο υποστήριξε πως το γεγονός ότι φανερώνει τα κόλπα του δε σημαίνει πως μπορούν και να τα εκτελέσουν. Όλοι μας ξέρουμε πως γίνεται το ψάρεμα, μα είναι λίγοι οι καλοί ψαράδες. Όλοι μας μπορούμε να διαβάσουμε τη θεωρία της σχετικότητας αλλά λίγοι μπορούν να την καταλάβουν. Ο Jacob παρόλα τα ισχυρά επιχειρήματα που διατύπωσε στο δικαστήριο βρέθηκε νεκρός σ’ ένα σπίτι Τούρκων επίδοξων μάγων.

ΜΕ ΗΛΙΟ ΚΑΙ ΒΡΟΧΗ
Το λεωφορείο σταμάτησε στο σπίτι της χήρας. Μια δίπατη ξύλινη καντίνα πριν το Επταχώρι. Δίπλα στην είσοδο είχε ένα κίτρινο γραμματοκιβώτιο. Γύρω γύρω λάσπες κι ένα αγκαθωτό συρματόπλεγμα που οριοθετούσε το ρέμα απ’ το δημόσιο δρόμο. Ο οδηγός γουστάριζε να παίρνει το καφεδάκι του με τη χήρα κάθε που ανεβαίναμε Θεσσαλονίκη. Αυτό που εννοούσε για καφεδάκι δεν ήταν στην πραγματικότητα καφεδάκι παρά ένας σωρός άλλα πράγματα. Είχε ένα ειδύλλιο δρόμου και σταματούσε το δρομολόγιο εκεί, με ήλιο και με βροχή. Οι επιβάτες κατέβαιναν νυσταγμένοι παίρνοντας θέση στη μικρή ισόγεια κουζίνα. Η χήρα ήταν ντυμένη πάντα με τα ίδια ρούχα. Χτένιζε με τον ίδιο τρόπο τα μαλλιά και φορούσε μαύρα γυαλιστερά παπούτσια που άστραφταν σα βρεγμένα κάρβουνα. Έψηνε σε όλους καφεδάκι και στο μεγάλο τραπέζι δίπλα στην είσοδο είχε πάντα μια πιατέλα με φρέσκο χαλβά πασπαλισμένο με κανέλα και ζάχαρη. Η χήρα ήταν αδύνατη γύρω στα πενήντα με μαύρα αμυγδαλωτά μάτια. Στον τοίχο απ’ άκρη σ’ άκρη είχε ένα σπάγκο απ’ όπου κρέμονταν παντού ματσάκια με λουλούδια. Ο οδηγός έπαιρνε τελετουργικά ένα φλιτζάνι με καφέ και ροβολούσε στο πάνω πάτωμα με τη χήρα. Οι ταξιδιώτες κάθονταν κάτω, στην κουζίνα, πίνοντας καφέ και τρώγοντας εξωτικό χαλβά, ξεδιψώντας με γάργαρο νεράκι του Γράμμου, ενόσω ο οδηγός ήταν με τη χήρα στην κρεβατοκάμαρά της παίρνοντας τον «καφέ» του. Το τρίξιμο του σουμιέ τράνταζε τη δίπατη ξύλινη καντίνα κι οι ταξιδιώτες έσφιγγαν μηχανικά τις παλάμες τους στο τραπέζι και τις καρέκλες, σα χταπόδια, κοιτώντας τον ουρανό.

ΔΩΡΗΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΝ: Ήταν ακόμη στις διαπραγματεύσεις. Ο Αδάμ δυσανασχετούσε. Τελικά δέχτηκε να δώσει το ένα του πλευρό.

ΧΩΡΙΣΜΟΣ
Το κρεβάτι στρωμένο, σχεδόν απείραχτο, μονάχα λίγο τσαλακωμένο στις άκρες απ’ τον άντρα και τη γυναίκα που κάθισαν με την πλάτη γυρισμένη ο ένας στον άλλο, αφήνοντας ανάμεσά τους ένα κενό, εκεί που κάποτε υπήρξαν όλα.

ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΛΩΝ
Στο συνέδριο των διαβόλων κορυφαίος ομιλητής ήταν ο γιός του παπά. Οι γεροδιάβολοι στα μπροστινά καθίσματα καμάρωναν τα εγγόνι τους.

Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ
Μπορώ να σου προσφέρω πολλές συμβουλές
μα θα σου προσφέρω λίγη ποίηση
η ποίηση είναι η συκοφαντία της ενάρετης ζωής
και η συκοφαντία είναι το μικρό ψάρι που τρώει το μεγάλο
τινάζω τώρα από πάνω μου τις ποιητικές εικόνες μια για πάντα
το ποιητικό τριφύλλι
το ποιητικό πουλάρι
την ποιητική φοράδα
και τρέχω στο ψητό και στα αιδοία


[Κείμενα και Ποιήματα  του Αντώνη Αντωνάκου από το προσωπικό του ιστολόγιο ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ με εικόνα KAREN DIVINE Lay Bare]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: