ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ, ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ;

Η θλίψη είναι άραγε ένας κόσμος όπου η θάλασσα περιττεύει; Τι είναι η θάλασσα, γιατί υπάρχει ποιος την ελέγχει; Στη θάλασσα γεννιούνται οι πεθαμένοι και μεγαλώνουν διαπρέποντας στη στεριά!.. Εκεί μαθαίνουν τις πρώτες λέξεις όπως κύματα, θρίαμβος, άγκυρα, ενοχή, αμμουδιές!.. Έτσι κι εσύ: αν δεις στον ύπνο σου μια νύχτα με βροχή φωτιά να καίει,, έχεις πολλά χρόνια να ζήσεις στη στεριά, αν όμως είδες καράβι στο σεληνόφως, πρόκειται να πεθάνεις. Για να πεθάνεις πρέπει να έχεις όλες τις λέξεις διαθέσιμες, Για να γράφεις μία αρκεί - αλλιώς η γλώσσα δεν θα ’τανε ανυπόγραφη, ούτε η ποίηση θα έφερε το όνομα το οποίο τη συγκροτεί ως πηλίκον σημαίνοντος/ σημαινομένου. Με τον όρο σημαινόμενο εννοούμε μια περιοχή της εποπτείας όπου όσο βαρύτερο είναι κάτι, τόσο λιγότερο ζυγίζει εν τοις πράγμασι. Άρα ο Γκάτσος σωστά θεώρησε προϋπόθεση (για να γράψει) τον θάνατο του πατέρα του στο μέσον του ταξιδιού, από πνευμονία. Η λέξη θάνατος του αρκούσε, φτάνει να ήτανε γραμμένη με πλάγια σαν το κύμα: η έμφαση της πατρότητας ως εγγυήτριας δύναμης είχε το βάρος της ελαφρότητας των νερών που αφρίζουν σε παλιά θαλασσογραφία δίχως να βρέχεται  ο νοικοκύρης του σπιτιού… [αποσπάσματα από τη ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ του Ευγένιου Αρανίτση, όπου λεύκες ή κύματα, προσφορά και ζήτηση, το μεσημέρι στις αμμουδιές η θλίψη έλαμπε σαν ένας κόκκος άμμου και στο καράβι αυτό οι μελλοθάνατοι προσφέρονται αφειδώς… όπου η γλώσσα δεν περίσσευε: θλίψη και θάλασσα δεν ήταν πλέον συνώνυμα! -ART by RAMMOS one day the rain came]


ΟΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΕΚΕΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΖΗΤΗΣΗ, ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΕΚΕΙΝΟ ΟΙ ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΟΙ ΠΡΟΣΦΕΡΟΝΤΑΝ ΑΦΕΙΔΩΣ
Η αγωνία της προσφοράς κυριαρχεί, δεν κυριαρχείται. Η ανήσυχη θάλασσα γνώριζε πως το βάρος της απώλειας σημαδεύει, ως απώλεια βάρους, οτιδήποτε ανεβαίνει στην επιφάνεια. Αλλά η σορός κατέληξε στον πυθμένα και απ’ αυτή τη ματαίωση των απαραιτήτων για το πένθος προέκυψε  η ανεξάντλητη θλίψη της «Αμοργού».

Εδώ πέρα το μυστικό της μελαγχολίας κληρονομούνταν από νεκρό σε νεκρό: ο πατέρας μακροημέρευε, όπως όλοι οι πεθαμένοι, χάρη στις λέξεις και ο γιος του αργοπέθαινε απ’ τον αγιάτρευτο μαρασμό της επ’ άπειρον εκλέπτυνσης του βιβλίου ίσαμε το μηδέν.

Και ρωτούσε: τι είναι η θάλασσα, γιατί υπάρχει εντός και εκτός του βιβλίου, πώς διαιωνίζεται, ποιος την ελέγχει;

Θάλασσα είναι η σκηνή του εγκλήματος: ό,τι λείπει απ ’τα υπάρχοντα του νεκρού δηλώνεται δια της γλώσσας κι έτσι αναπτύσσεται η γραφή, τεχνηέντως συνυφασμένη με το ευμετάβλητον των ρευμάτων.
Από τη γλώσσα ο Γκάτσος έμαθε πως οι θαλάσσιες διαδρομές ήταν ατέρμονες κι ο νεκρός που ρίχθηκε στο νερό ή θα παρανομούσε ή θα επέπλεε περιφερόμενος ισοβίως, όπου τον πάει το ρεύμα του ομιλείν
Γι’ αυτό περιέγραψε τις θάλασσες σαν ποτάμια όπου οι πνιγμένοι λοξοδρομούν. Κάθε νησί ήταν τόπος ενταφιασμού περαστικών ή βασιλέων, ένας τόπος με λεύκες ή με ιτιές, όπου η περίφημη εξουσία των φράγκων αμφισβητούνταν.

Μ’ άλλα λόγια ο πατέρας έμεινε άταφος ώστε η γλώσσα ν’ αντληθεί απ’ την ανήκουστη βεβαιότητα ότι ο τάφος βρέθηκε άδειος σαν το σημαίνον της θεότητας (εξού και, έκτοτε, ο Γκάτσος παρουσιαζόταν, άθελά του, σαν ο Υιός που δεν έγραφε τίποτα γιατί ήταν κείμενο αυτός ο ίδιος)

Ας μην νομίζουν οι κριτικοί πως η Αμοργός είναι η Ζάκυνθος του Κάλβου. Η Αμοργός είναι απλούστατα το νησί που θα πρέπει να εξαιρείται (=να λείπει) ώστε να έχει ο χάρτης νόημα. Κάτι σαν λάμπα θυέλλης αναμμένη μεσημεριάτικα, το καλοκαίρι.
Ορθώς ο Γκάτσος επικαλέστηκε το όνομα του θανάτου ενός πατέρα στα κύματα, μια λέξη κυματιστή, δύο βραχέα, ένα μακρό  και περισπωμένη, άγκυρα, κύματα, λάμπα θυέλλης, η αυλαία της γλώσσας άνοιγε σ’ έναν κόσμο όπου το πιο μεγάλο ψέμα ήταν συνάμα το ευκολότερα συγχωρητέο.

Κι αν δεις στον ύπνο σου φωτιά να καίει, μην εκπλαγείς: ένας πατέρας θα κηδευτεί στα νερά ώστε ο γιος του να παντρευτεί με τη θάλασσα, εν συνεχεία θα αναλάβει θετός πατέρας αυτού ακριβώς του θανάτου. Έπειτα ο θάνατος θα ανατραφεί με τραγούδια, θα μεγαλώσει μέσα στις λέξεις, θα παντρευτεί και ο ίδιος. Θα είμαστε όλοι καλεσμένοι στον γάμο φορώντας μαύρα κύματα
μεσημέρι, φορώντας μαύρα: ξετυλίγει κανείς αδέξια τον νεκρό του, προσεκτικά σαν ένα δώρο. Το ξετύλιγμα του δώρου κυριαρχεί, δεν κυριαρχείται: πατέρας, ψέματα, καλεσμένοι και αμμουδιές, τα πάντα είναι ενέχυρα του νεκρού. Έτσι ο θάνατος ανατράφηκε με τα κύματα, με τα ψεύδη των καλεσμένων και με τη λέξη

αμμουδιά

γραμμένη ωστόσο με πλάγια, όπως τότε που η θύελλα, μεσημεριάτικα, το καλοκαίρι, φορούσε μαύρα κι ωστόσο έλαμπε.
Τι είναι η θάλασσα, γιατί υπάρχουμε στα βάθη της;

λεύκες ή κύματα, το μεσημέρι στις αμμουδιές η θλίψη έλαμπε σαν ένας κόσμος όπου η γλώσσα δεν περίσσευε: θλίψη και θάλασσα δεν ήταν πλέον συνώνυμα!..


[απόσπασμα από τη ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ του Ευγένιου Αρανίτση από τον πρώτο τόμο της ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ - Θαλασσογραφία by Rammos]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: