ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΓΡΑΦΩ ΔΙΑΡΚΩΣ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΙ ΟΜΩΣ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΦΤΑΝΩ Σ΄ ΕΝΑ ΤΕΛΟΣ:

Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες, άλλες ιστορίες κι όλο επανέρχονται τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις, ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά. Μες στη ρευστότητα του κόσμου μόνο σταθερό σημείο εσύ που ήρθες και με βρήκες ένα πρωί σ’ ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη μ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι κι ένα δωμάτιο φωτισμένο από την αντανάκλαση των αχτίδων του ήλιου στο άσπρο χιόνι όπου μπήκες ένα άλλο πρωινό και πέταξες όλα τα ρούχα σου στο πάτωμα. Είναι κι ένα παιδί που στη μια και στην άλλη γλώσσα μαθαίνει τα χρώματα και τα ονόματα του κόσμου. Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου. Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις, διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες, γι’ αυτό κι η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ… (από την ποιητική συλλογή του Γιώργου Μολέσκη ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ, εκδόσεις Μεταίχμιο 2014 - ART by Ειρήνη Κανά )



Η ΤΥΡΑΝΝΙΑ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ
Επιμένει το ψέμα και σαν παραγωγικό ζιζάνιο
σκεπάζει και πνίγει τον αγρό της μαργαρίτας.
Καθώς κορυδαλλός λαλεί ο κουλόμυαλος
και το ανυπεράσπιστο δίκαιο ακούγεται άδικο.
Ατεκμηρίωτους άθλους και κατορθώματα
επικαλείται ο σύγχρονος άπραγος φωνακλάς
κι επινοημένα θαύματα ο ευμαρής ιερωμένος.
Και καθώς επιμένω να αποβάλλω τα άχρηστα
αυτά πολλαπλασιάζονται
σαν τις εννιά κεφαλές της Λερναίας Ύδρας.
Έρχονται άνθρωποι κραδαίνοντας
ο καθένας κι από ένα λείψανο σαν σπαθί
και πολεμούν να επιβάλουν τη δική τους αλήθεια.
Όμως τώρα πρέπει να περάσουμε
ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη
με μια μικρή έστω σταγόνα αλήθειας
στις αποσκευές μας
για να βγούμε ζωντανοί στην άλλη μέρα.
Μικρή σταγόνα της αλήθειας αμόλυντη
που διατρέχεις κι από την κανονική ροή
κι απ’ την ανάποδη τον ποταμό
και ρόδο που φυτρώνεις κάτω απ’ τα ζιζάνια
σ’ εσάς ελπίζω, όπως ο άρρωστος
στη μαγική σταγόνα αθάνατου νερού.

ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΤΕΣ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ
Σαν χελιδόνια που ορμούν προς την άνοιξη
ένα σμήνος ποδηλατιστών
διασχίζει τους δρόμους της Λευκωσίας.
Με τα απαστράπτοντα ποδήλατά τους,
τις ομοιόμορφες στολές τους
με το ισορροπημένο μαύρο κι άσπρο χρώμα
και τα μωβ λοφία τους – ίδια πουλιά –
μαζεύονται μπροστά στα φώτα της τροχαίας.
Με το πράσινο ορμούν και φεύγουν
διασχίζοντας τους δρόμους
μιας πόλης κουρασμένης από τη ρουτίνα,
αγχωμένης και βιαστικής,
που όλο σκαλώνει στις ουρές των μηχανών.
Δίχως κλάξον, δίχως εξώστ, δίχως κουδούνι,
σιωπηλοί σαν τα πουλιά τρέχουν μέσα στο φως
να ολοκληρώσουν
την ποδηλατιστική αποστολή τους
Και δεν χρειάζεται τίποτε άλλο να πεις,
τίποτε να προσθέσεις
κι ας μείνει το ποίημα ημιτελές,
μονάχα μια εικόνα.
 [εξώστ= εξάτμιση μοτοσικλετών και αυτοκινήτων]

Η ΘΛΙΨΗ ΣΤΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΟΛΕΙΣ
Με πιάνει μια θλίψη στις μεγάλες πόλεις
που κολλά σαν κρύο ρούχο πάνω στην ψυχή μου.
Η θλίψη αυτή παραμονεύει στις πλατείες,
στους κεντρικούς δρόμους και στις αλέες,
εκεί όπου οι ζητιάνοι αγωνίζονται για μια δεκάρα,
δεξιοτέχνες πλανόδιοι μουσικοί δίνουνε συναυλίες
και στέκουνε πάνω στα βάθρα τους
άνθρωποι ντυμένοι και βαμμένοι αγάλματα
ακίνητοι στη ζέστη και στο κρύο.
– ένας μοναχικός μουσικός στη Βαρκελώνη
έπαιζε τόσο επιδέξια κι ωραία το παντόνιον,
που θα μπορούσε να παίξει και ως σολίστ
και με τη συμφωνική μας ορχήστρα –.
Η θλίψη μου γίνεται μεγαλύτερη το δείλι
όταν κοιτάζω νέους ανθρώπους
– λευκούς, κίτρινους, μαύρους –
να κάθονται ο ένας πλάι στον άλλο
πάνω στα μοναχικά παγκάκια,
να σιωπούν και να κοιτάζουν στο κενό,
είτε μέσα στην ίδια τους τη μοίρα.
Πού θα κουρνιάσουν όλοι αυτοί το βράδυ;
Να ’ταν οι άνθρωποι πουλιά
θα γνώριζαν αποδημώντας
πού είναι ο καιρός ζεστός
και πού είναι τα λιβάδια ανθισμένα.
Όμως κανένας δε γνωρίζει.
Και η περιστροφή της γης επιταχύνθηκε τόσο πολύ
που θα μας αναμείξει όλους
και θα μας μάθει, όσο κι αν αντιστεκόμαστε,
πως τίποτε δεν είναι οριστικά δικό μας.
Μόνο η θλίψη αυτή, που την περιφέρω όλη μέρα
μέσα στις μεγάλες πόλεις είναι όλη δική μου.
Και καθώς γυρίζω στο ξενοδοχείο μου το βράδυ
κι η μελωδία μιας μπάντας πλανόδιων μουσικών
συνοδεύει τα μοναχικά μου βήματα,
τότε η πόλη γίνεται πιο ξένη
και νιώθω να κρυώνω!…

Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ
Ο Ηράκλειτος στάθηκε πάνω από το ποτάμι
και κοίταξε τον εαυτό του στο νερό.
Ύστερα σήκωσε το βλέμμα του στον ήλιο
και σκέφτηκε τις μέρες της ζωής του πέρασαν
κι αυτές που θα ακολουθούσαν…
Καμιά δεν ήταν και δεν θα ’ναι
όμοια με την άλλη, σκέφτηκε.
Όταν ξανακοίταξε στο ποτάμι
είδε τον εαυτό του διαφορετικό.
Κοίταξε πίσω στα χρόνια που πέρασαν:
είδε τον Προμηθέα καρφωμένο πάνω στο βράχο
και τον αετό του Δία να επανέρχεται
και να του τρώει τα σπλάχνα
κάθε φορά διαφορετικός.
Κοίταξε στο βάθος των ερχομένων ημερών
Και είδε το γιο ενός άλλου θεού πάνω στο σταυρό
και τους σταυρωτές του μέσα στους αιώνες
κάθε φορά διαφορετικούς.
Άκουσε πολέμους να ξεσπούν
για δόγματα και για θεούς και για θρησκείες
σάμπως να μην υπήρχε χώρος για όλους.
Διάβασε σ’ ένα μελλοντικό φύλλο ιστορίας
το δόγμα για τα τελευταία που έσονται πρότερα,
δικαιώνουν φονιάδες και διαγράφουν αγίους και ήρωες.
Μες στη ροή του χρόνου
είδε τον κόσμο ν’ αλλάζει διαρκώς και τίποτε,
μήτε το καλό μήτε το κακό,
ούτε ο πόλεμος, μήτε το φονικό,
ούτε το δίκαιο, μήτε η ελευθερία
να μην είναι ποτέ τα ίδια,
Όλα έτσι θα συνεχίσουν, σκέφτηκε,
μέχρι το τέλος. Τίποτε δε θα διδαχτούν οι άνθρωποι.
Βλέπω κιόλας να επιστρατεύουν
καινούργιες δικαιολογίες για το φόνο,
καινούργιες αφορμές για την καταστροφή.
Αυτός ο κόσμος που αλλάζει κάθε μέρα
δεν αλλάζει ποτέ….

ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ
Σε κάθε πόλη υπάρχει μια αγάπη που έφυγε,
ένας έρωτας που εξατμίστηκε, ένας φίλος
που χάθηκε και δεν απαντούνε τα τηλέφωνά του,
ένας δρόμος με σβησμένο τ’ όνομά του.
Υπάρχει ένα παγκάκι μ’ ένα φιλί
πεταμένο πλάι του πάνω στο χώμα,
ένας δρόμος που κόβεται στα δυο
και δεν σμίγει πια με τίποτε,
ένα δωμάτιο όπου ένα λουλούδι
στέκει ξερό μέσα στη γλάστρα.
Σε κάθε πόλη υπάρχει μια ξεχασμένη μουσική
που αιωρείται σαν φύλλο στον αγέρα,
γεύσεις και μυρωδιές κι αρώματα,
αίμα, δάκρια και τύψεις.
Υπάρχουν δυο στίχοι που πετιούνται ξαφνικά
απ’ τη γωνιά της μνήμης
και παίρνουν τη φωνή και το νόημα άλλων ημερών,
ένα κομμάτι του εαυτού σου
που σου φωνάζει από μακριά,
που σε καλεί να επιστρέψεις.
Μα το ξέρεις,
δεν έχεις τρόπο να επιστρέψεις,
δεν έχεις πού να επιστρέψεις.

ΑΥΤΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ
Μαθαίνουμε πράγματα και τα ξεχνούμε,
ακόμη και τέτοια, που απαιτούν κόπο πολύ
και άγρυπνες νύχτες στο φως της λάμπας.
Μαθαίνουμε ιστορίες και τις ξεχνούμε,
μαθαίνουμε γλώσσες και αριθμούς και φόρμουλες,
διαβάζουμε βιβλία, συνομιλούμε
με τον Όμηρο, το Δάντη και τον Σαίξπηρ,
τον Ντοστογιέφσκι, τον Κόνραντ τον Καβάφη
και όλα τα ξεχνούμε.
Παρ’ όλα αυτά δεν είμαστε τίποτε άλλο
απ’ όλα τούτα που έχουμε ξεχάσει.
Είμαστε οι δρόμοι του κόσμου που περπατήσαμε,
τα σπίτια και οι γειτονιές που ζήσαμε,
οι έρωτες που ερωτευτήκαμε,
οι πόλεμοι που πολεμήσαμε,
οι θεοί και οι μύθοι που γνωρίσαμε.
Είμαστε τα όνειρα που ονειρευτήκαμε,
οι ιστορίες που φανταστήκαμε,
οι λέξεις… οι λέξεις… και όλα τ’ άλλα
που δεν διαχωρίζονται.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Υπάρχουν ποιητικές δημιουργίες όπου το ποίημα-ποταμός αναμένει γεγονότα και συναισθήματα στην κοίτη του. Με το πέσιμό τους εκεί, γοητευτικοί πολλαπλοί ομόκεντροι κύκλοι χαράσσονται στη ροή της βιωτής του δημιουργού και του αναγνώστη. Ακριβώς η έκδοση της ποιητικής συλλογής του
 Γιώργου Μολέσκη Ημιτελές ποίημα (15η στη συνολική διαδρομή του), επιβεβαιώνει ότι στο έργο του δημιουργού αυτού ανιχνεύονται ομόκεντροι κύκλοι και δίαυλοι επικοινωνίας του ευρύτερου ελληνικού πολιτισμού με πολλούς από τους ευρωπαϊκούς πολιτισμούς, ειδικότερα με την ελληνική δημοτική ποίηση και τη λαμπρή παράδοση της ρωσικής ποίησης (σ’ αυτήν μάλλον οφείλει πολλά και η επιμονή στην αφηγηματική ποιητική έκφραση). Ο ποιητικός λόγος του Γ. Μολέσκη ιδίως από με τη συλλογή Από το ελάχιστο (2001) ρέει ώριμος και λυρικός. Το Ημιτελές ποίημα εμφανώς επιτρέπει τη συνύφανση κοινωνικού και υπαρξιακού προβληματισμού με τον φιλοσοφικό στοχασμό. Η σύνθεση αυτή απολήγει σε μια συμπαντική, κι ωστόσο ολοένα πιο ενδοσκοπική θέαση της ανθρώπινης ζωής, της πολύπτυχης τέχνης, μα και του γενέθλιου τόπου και του κόσμου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ:

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΙΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΝΟΗΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (ξέροντας ότι ο κόσμος δεν έχει νόημα…)

ΟΛΗ ΣΟΥ Η ΖΩΗ ΗΤΑΝ ΑΥΤΗ Η ΕΡΩΤΗΣΗ: ΠΟΙΑ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ ΑΝΑΛΟΓΟΥΣΕ (να μιλήσω για 45 λεπτά όσο δεν έχω μιλήσει ποτέ στη ζωή μου):