ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΜΠΕΡΔΕΥΟΜΑΙ ΜΕ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ…

Τι θ’ απογίνει το Ποίημα από το οποίο γράφεται το ποίημα που γράφουμε; Θα ρίξει τις ελπίδες του στο ποίημα του άλλου. Αλλιώς να λεγόμαστε ανέμελα χαμένοι. Αυτονόητοι. Η δικαιοσύνη σου δε λυτρώνει, γιατί δεν είμαστε ίσα κι όμοια. Εμένα με είπε αγάπη μου ο μόνος και πουλί μου το σκιάχτρο. Δε στάθηκα στο ύψος των περιστάσεων, για να διατηρήσω την ελευθερία μου που είχε μέσα τρεις γενιές πεθαμένους. Φοβάμαι τους ευεργέτες που χρειάζονται τη σωτηρία μου – θέλω να σώζομαι από γούστο. Και τί έγινε που τα καταλάβαμε όλα, αφού το σώμα μας ήταν ένα φοβισμένο σκυλί. Δεν έχω άλλο μισό είμαι ο ειδικός φρουρός της λύπης μου. Χρειάζεται στο ποίημα μια θεοσκότεινη περιοχή για κείνον που το έγραψε, Όταν παιδί ψηνόμουνα στον πυρετό, έλεγα μέσα μου ομοιοκαταληξίες. Αυτός που σε παρηγορεί παιδί μου για να μη φοβάσαι είναι ο ίδιος που σου όρισε τα τέρατα. Δεν είναι αστείο – είναι η αναγκαία λύπη ότι έχεις σώμα. Ένας λόγος που γράφω μικρά ποιήματα είναι ότι έχω πολύ χρόνο. Δεν υπάρχουν σημάδια αγάπης, αλλά ζεστοί τόποι όπου μπορείς να νιώσεις καλά τα άκρα σου. Είμαστε το άγαλμα μιας απόφασης [ΣΤΟ ΥΨΟΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ της Κατερίνας Αγυιώτη και με ΚΛΙΚ στην εικόνα Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ του Γιώργη Παυλόπουλου,  ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΖΕΝΗ του Βασίλη Στεριάδη, και από το ΥΠΕΡΩΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ο Νίκος Καρούζος ομιλεί για το φθαρτό και, λόγω των ημερών,  το ΣΤΑΛΑΓΜΙΤΗ και το ΣΤΑΛΑΚΤΙΤΗ, που αγαπιούνται την ημέρα των Χριστουγέννων!.. Έτσι, γιατί όπως είπε κι ο Σεφέρης «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια των ποιητών. Σπέρνουνται, γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα. Όπως τα πεύκα κρατούνε τη μορφή του αγέρα ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί, το ίδιο τα λόγια  φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου και ο άνθρωπος έφυγε δεν είναι εκεί» Γι’ αυτό και ο καθένας μας έχει τον Παράδεισο που του αξίζει εδώ στη Γη ]


Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ
Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της
κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι
στην όψη της χορεύουν φλόγες
από την Κόλαση του Δάντη.
Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές
την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι
μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί
χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.
Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί
με μια κιθάρα και δισάκι
διαβάζει κάτω από τις γέφυρες
Βιγιόν και Καρυωτάκη.
Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά
το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.
Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση
όλους να μας θηλάζει.
Κόβει με όνειρο τις φλέβες της
για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες
για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός
οι μαστροποί κι οι κλέφτες.
Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων
με του διαβόλου τ’ αντικλείδια
κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα
και τα πετάει στα σκουπίδια.
Κάποτε κλαίει σαν παιδί
χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου
κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα
ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.

Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική
με δέος, ηδονή και τρόμο
στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται
χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.
Την ποθούν, μα τους περιφρονεί
τους δήθεν εραστές του απολύτου
το γκόλφι της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή
για ένα πικρό φιλί του.
Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
τα παίζει όλα, η θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.
Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.
Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της
σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν πριονοκορδέλα
πηδάει τους τάφους των ονείρων μου
τ’ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.
Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.
Και μ’ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου
 [Γιώργης Παυλόπουλος, αντιγραφή και επικόλληση από την Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη]

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΖΕΝΗ
Αυτό που θέλω να σου πω δεν είναι μες στο ποίημα
όχι τόσο γιατί θέλω να σου μιλήσω,
αλλά γιατί κάθε φορά που ανοίγω ένα σπαραχτικό βιβλίο
με κομματιάζει η έλλειψη επικοινωνίας.

Έστειλα την αγάπη μου για ύπνο
λένε τα όνειρα κάνουν καλό στα ευαίσθητα παιδιά
και φύλαξα το πρόσωπό σου σε μια φωτεινή στιγμή
της αϋπνίας μου
σαν ένα μυστικό τηλεφώνημα το απόγευμα της Κυριακής.
Σκέψου κάθε πρωί όταν ξυπνάς
έχεις μια αίσθηση πιο σύγχρονη της μοναξιάς σου
γι’ αυτό αλλάζεις ντύσιμο,
χτενίζεσαι με τον καινούργιο τρόπο
κοιτάζοντας με προσοχή μες στον αδιάφορο καθρέφτη
ύστερα παίρνεις τα βιβλία σου βαριεστημένη, πας στο μάθημα.
Τι να τα κάνεις τα μαθήματα
κι εγώ τα ποιήματα τι να τα κάνω;
Καλημέρα σου.
 [Βασίλης Στεριάδης, από τη συλλογή Ο κ. Ίβο, 1970]

ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΕΡΩΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΟΜΙΛΕΙ ΣΤΟ ΦΘΑΡΤΟ
Μεσάνυχτα με θανατηφόρο πανσέληνο.
Σκόνη ασφυξία σκοτοδίνη καπνός κοιμούνται
στα λευκά σκεπάσματα και η καρδιά ξαναβρίσκει λίγο
την αναπνοή της εδώ σ’ ένα υπόγειο δύο μέτρα κάτω
από το πεζοδρόμιο και τα πόδια των περαστικών
Δημητρίου Σούτσου τριάντα έξι
πλάι στο μεγάλο γήπεδο απ’ όπου αντηχούν ιαχές
φιλάθλων που έχουν πεθάνει.
Τέτοιαν ώρα άγρυπνος πάντα ο Νίκος Καρούζος
συχνά τις νύχτες εραστής του περιπάτου πλούσιος
φτωχός πολύτιμο σκουπίδι αυτού του κόσμου
ποιητής υμνωδός της ματαιότητας ήπιε οινόπνευμα
από νωρίς και είπε στον Ζουγανέλη
μη γίνεις εξουσιακός Γιάννη σαν εκείνους
τους ελεήμονες των εφημερίδων τους ατάλαντους
δήθεν λαϊκούς με τα χρυσοφόρα στιχάκια.

Δίωξε την ανασφάλεια τη λησμονιά τον θάνατο
από καλοπέραση και σταθερό εισόδημα.
Καλύτερα να ζεις να πεθαίνεις με πείνα με ύπαρξη.
Δέξου ολοπρόθυμα την άνωση των ονείρων
μέσα στη νύχτα που σε σηκώνει στον ουρανό
τη ζεστή μας πατρίδα.
Πες όχι στα φέρετρα της ημέρας.
Δέξου τον μεγάλο τον ολόκληρο θάνατο.
Αρκεί το βάρος αυτό που σηκώνεις την εξουσία
του άλλου σώματος
εσύ
σκουληκάκι που πέφτει στο χώμα να γίνει
καρπός
 [Στέφανος Μπεκατώρος, αντιγραφή και επικόλληση από Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη]

Κατακλείδα
ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ του Σταλαγμίτη με το Σταλακτίτη από το Νίκο Καρούζο:
Μια μέρα γεννήθηκε στη μακρινή Βηθλεέμ ο έρωτας
στην κοιλιά του καρπού λησμονημένος
και του έδωσαν το όνομα Καρπός
όλα τ’ άστρα των παιδιών αγαπημένων
με τους άνεμους όταν λευκάζουν το χειμώνα.
Εγώ ήμουνα εκείνο τον καιρό στην πέτρα
οι καμπάνες οδηγούσαν από χαλκό μεγάλο
ένα τραγούδι νοσταλγίας αιχμάλωτης…
Εντούτοις άκουσα το σπήλαιο
κι ανεβαίνοντας
σ’ ένα βαθύ άλογο πήγαινα σ’ αυτό
κρατώντας ευωδιαστή φασκομηλιά προς τη θέρμη
του βρεφικού δέρματος όνομα βαθύ και ανάερο.
Δεν έβρισκε λαλιά ο πλατύς ελαιώνας για να φωνάξει
κι ο θάνατος έφευγε στ’ αστέρια
μονάχα το άστρο νικούσε το πλήθος που είναι τ’ αστέρια
λάμποντας το Ένα.
Ο θεός έκραζε τη λαλιά:
Δίδαξέ με
στο άστρο στρεφόμενος, είπε,
και τα μαρτύρια γεννήθηκαν απάνω απ’ τις λάμψεις
χαρίζοντας ηρεμία στην έμψυχη κλίμακα.
Μια γυναίκα λευκή
αποθέωνε τον άντρα ψηλά στον αέρα μοβ
η αδαμική χάρη σε κάθε σώμα γνωρίζει τον τρόμο, είπε,
κ’ η χρονιά ζύγωσε στην καρδιά μου με χιόνι θαμμένη.
Μοιράζεται τη θλίψη με τις πέτρες
μοιράζεται με τη βροχή
ο ταπεινός μοιράζεται τη θλίψη
με τον ήλιο, πάλιν είπε,
και βλέπει τις ρίζες της φλόγας όπως ανεβαίνει
πιάνει τις ρίζες αυτές ανάμεσα
στο ξύλο
στους τρυγμούς ανάμεσα στις γαλάζιες φάσεις.
Ιδού λοιπόν ο χρόνος είναι χιόνι
δεν είναι ρολόγι –
και κρατούσε το θήλυ πότε τα φεγγιστά νερά
πότε μαύρες πέτρες της Δήλου.
Σαν είδα το σπήλαιο
συγκρατήθηκα στην πρώτη φλέβα του βράχου μας
ενώ με κάλεσε το ακέραιο γαϊδούρι κινώντας
και τα δυο του χέρια
μα όμως ευγένεια φανερώνοντας ήρθε και το βόδι
πειθήνιο στον ήλιο της νύχτας
για να δω το δοκιμασμένο χρυσάφι.
Κι αντίκρισα το χρυσάφι
καθώς ένα φτωχαδάκι του τόπου μας
ήτανε το βρέφος στη μητρική βύθιση
ολομόναχο με τ’ άστρα.
Ώσπου χάραξε…
Στο σπήλαιο – μιας ηλικίας χαμένης – δεν υπήρχαν
ειμή μόνο σταλακτίτες
που κρέμονταν δεν υπήρχαν
ειμή μόνο σταλαγμίτες ανυψούμενοι.
Εγώ ο σταλαγμίτης
ολοένα
πλησιάζω το σταλαχτίτη που με κράζει απεγνωσμένα
για να εγγίσουν κάποτε τα στάγματα
τη μεγάλη ένωση

Καμιά φορά μπερδεύομαι με τα ποιήματα που νομίζουν πως είναι ποιήματα επειδή είναι χωρισμένα σε στίχους, ενώ αν τα έγραφαν σε αράδες θα είχαμε ένα κανονικό, κανονικότατο πεζό… Έτσι είναι η ποίηση; [Του Χρήστου Αγγελάκου]
  

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΔΩ ΣΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΟΥ ΠΟΣΟΝ ΑΓΑΠΑΣ (ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο)

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: