ΕΤΕΡΟΠΡΟΣΩΠΙΑ ή ΘΕΙΑ ΒΕΒΑΙΟΤΗΣ; (ιστορίες αναγνώρισης Εφηβείας της Λήθης):

Βρε συ, ούτε τόσο δεν άλλαξες!.. Το ξέρω, το ξέρω!.. Αυτό θα πει αυτοπεποίθηση. Κάτι χρησιμότερο και ζωτικότερο κι απ’ την αναπνοή κι από τα μάτια. Γιατί με την αυτοπεποίθηση και χωρίς μάτια βλέπεις, ενώ με τα μάτια και χωρίς αυτοπεποίθηση δε βλέπεις… Το πιθανότερο είναι πως με πήρε για άλλη. Παραγνώρισε. Αλλά δε βρίσκω το κουράγιο να του το πω. Ντρέπομαι. Γιατί φοράει κάτι πολύ χοντρούς μυωπικούς φακούς, και ντρέπομαι. Έπειτα, είμαι και λίγο επιφυλακτική, γιατί ξέρω το άνιση μεταχείριση κάνει η μνήμη στα πράγματα που πέφτουν στα χέρια της. Εκείνα που με πόνεσαν τα ’χει στα πούπουλα, μη στάξει και μη βρέξει. Τα άλλα, του κλότσου και του μπάτσου. Τα καταχωνιάζει στο βάθος κι άντε να τα βρεις.  Αυτός όμως απτόητος απ’ τη σιωπή μου. Συνεχίζει την αναγνώριση και τον ενθουσιασμό. Μόνος του κερνάει, μόνος του πίνει. -Βρε το πιτσιρίκι, που του ’φτιαχνα τους καραγκιόζηδες, θυμάσαι τι τρέλα είχες με τον Καραγκιόζη; Βρε, το ζιζάνιο που του ’ρθαν όλα όπως τα ’θελε δεξιά. Όλα, όλα του ’ρθαν όπως τα ’θελε, μου ’παν!... Για άλλη με πέρασε [ΕΤΕΡΟΠΡΟΣΩΠΙΑ από τα ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ κείμενα της Κικής Δημουλα με κάποιες φράσεις και από το επόμενο που έχει τίτλο Η ΘΕΑ ΒΕΒΑΙΟΗΤΗΣ – Art by Kumar Samadder]



Θέλω να ευθυμήσω λίγο. Γι’ αυτό τη γράφω τούτη την ιστορία. Έτσι, να βγει ένας μέσος όρος διαθέσεως, γιατί εκείνη η συνάντηση με τον άνθρωπο που ζήταγε τριαντάφυλλα «ολόασπρα, είναι για κοπελίτσα», με αρρώστησε.
Βάδιζα άκεφη. Είχα δει κι ένα πολύ άσχημο όνειρο, έναν αγριάνθρωπο και μου φώναζε, βγάλτ’ το απ’ το νου σου, άνοιξη δεν πρόκειται να ’ρθει! Κι είμαι άκεφη. Αν στρέξει, δεν είναι και μικρό πράγμα.

Κάποιος με φωνάζει με το μικρό μου όνομα. Την κουφή εγώ. Είμαι άκεφη. Αλλά εκείνος επιμένει. Προχωρώ. Αλλά αυτός είναι κιόλας δίπλα μου, και με πατρική τρυφερότητα μου τραβάει το μαλλί ξεσπώντας σε χαρές:
-Βρε ζιζάνιο, βρε ξεχασιάρικο, κι έπαιζε από το πρωί το μάτι μου, κάποιον θα δεις. Φίλιππε, είπα, και να που είδα εσένα, το «πιτισρίκι», μπα, μπα, τι χαρά ήτανε τούτη, και δεν έχω μια βδομάδα που γύρισα στην Ελλάδα, από τότε.

Μάρμαρο εγώ. Μου είναι άγνωστος. Ή τουλάχιστον δεν τον αναγνωρίζω –που κάνει το ίδιο. Το πιθανότερο είναι πως με πήρε για άλλη. Παραγνώρισε. Αλλά δε βρίσκω το κουράγιο να του το πω. Ντρέπομαι. Γιατί φοράει κάτι πολύ χοντρούς μυωπικούς φακούς, και ντρέπομαι. Έπειτα, είμαι και λίγο επιφυλακτική, γιατί ξέρω το άνιση μεταχείριση κάνει η μνήμη στα πράγματα που πέφτουν στα χέρια της. Εκείνα που με πόνεσαν τα ’χει στα πούπουλα, μη στάξει και μη βρέξει. Τα άλλα, του κλότσου και του μπάτσου. Τα καταχωνιάζει στο βάθος κι άντε να τα βρεις.  Αυτός όμως απτόητος απ’ τη σιωπή μου. Συνεχίζει την αναγνώριση και τον ενθουσιασμό. Μόνος του κερνάει, μόνος του πίνει.

-Βρε το πιτσιρίκι, που του ’φτιαχνα τους καραγκιόζηδες, θυμάσαι τι τρέλα είχες με τον Καραγκιόζη; Βρε, να το πετύχω έτσι στο δρόμο, κι έλεγα να ’ρθω να σας δω όλους, αν και έμαθα για σας, ρώτησα απ’ την πρώτη στιγμή, και έμαθα, λεβεντιά λέει ο πατέρας σου, ο μπάρμπα-Χρήστος, όπως τον άφησα, παίζει πάντα την πρεφίτσα του, η μανούλα σου η ίδια, «δρυς» όπως την έλεγα, στυλοβάτης του σπιτιού ακόμα, η αδελφούλα σου πια λέει είναι κορίτσι της παντρειάς…

Μανία με τους καραγκιόζηδες είχα, ο πατέρας μου Χρήστος λέγεται και λεβεντιά είναι, η μάνα μου και δρυς και στυλοβάτης είναι, κι η αδελφούλα μου κορίτσι της παντρειάς πράγματι είναι. Επομένως δεν υπάρχει αμφιβολία, ο άνθρωπος με γνωρίζει, κι όχι που νόμιζα πως με πήρε για άλλη.

-Και για σένα, πιτσιρίκι, ρώτησα, και για σένα. Πέστε μου, τι κάνει εκείνο το ζιζάνιο, τα κατάφερε καλά; Του ήρθαν όλα όπως ήθελε δεξιά; Όλα, όλα του ’ρθαν όπως τα ’θελε!, μου ’παν.
Για άλλη με πήρε.

ΕΤΕΡΟΠΡΟΣΩΠΙΑ, κείμενο, που περιέχεται στο βιβλίο της Κικής Δημουλα ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ, εκδόσεις Ίκαρος 2004. Είναι, όπως γράφει η ίδια στον ΕΠΙΛΟΓΟ, που προτάσσει ως εισαγωγή στο βιβλίο της, «κείμενα-επίλογος μιας εκκρεμότητας που έμεινε για σαράντα χρόνια στο συρτάρι χωρίς να μου ζητάει τίποτα, αλλά και χωρίς να παραιτείται από τη συντήρησή της… Τρία από τα πράγματα που άκακα ψιλοκορόιδευα παλιά, ήταν η λακ, οι βάτες ή επανέκδοση κειμένων που είχε γράψει κανείς κατά τη φθίνουσα νεότητά του ή κατά την ακμάζουσα απόγνωσή του. Τα λούστηκα και τα τρία: και λακ βάζω για να πειθαρχεί η ελάττωση των μαλλιών και βάτες για το πεσμένο ηθικό των ώμων και να που και παλιά γραπτά εκδίδω τώρα, ψεκάζοντας με λακ μαζί τη δική μου και τη δική τους παλαιότητα για να σταθεί όρθια. Και για με τη λακ και τις βάτες ομολογώ ντρέπομαι λίγο. Για την έκδοση όμως «χωρίς αιδώ», χαίρομαι σχεδόν. Χαίρομαι ότι δίνω οστά σε μια τελείως άγνωστη, ξένη σε μένα μορφή γραφής με επαχθή την άσκησή της, σάρκα σε μια περίοδο κρυφοπλάνταχτης εποχής και στα χαμένα γνωρίσματά της μαζί με τα δικά μου… Από τον όγκο των γραπτών διάλεξα ελάχιστα, κάπως αναθεωρημένα κατ’ ανάγκη… Στους εύπιστους και ευσυγκίνητους, προτείνω να αποδώσουν αυτή την πράξη της εκδόσεως, στην πίεση της ανάγκης που νιώθουν κάποιοι άνθρωποι, καθώς μεγαλώνουν, να προσθέτουν νέα λησμονητικά στοιχεία σε όσα έχει ήδη συσσωρεύσει η βιογραφία τους

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ:

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΙΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΝΟΗΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (ξέροντας ότι ο κόσμος δεν έχει νόημα…)

ΟΛΗ ΣΟΥ Η ΖΩΗ ΗΤΑΝ ΑΥΤΗ Η ΕΡΩΤΗΣΗ: ΠΟΙΑ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ ΑΝΑΛΟΓΟΥΣΕ (να μιλήσω για 45 λεπτά όσο δεν έχω μιλήσει ποτέ στη ζωή μου):