ΠΟΙΗΣΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΦΙΛΝΤΙΣΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΑ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ ΖΗΤΩΝΤΑΣ ΛΗΣΜΟΝΙΑ Σ’ ΑΠΟΜΕΡΗ ΓΩΝΙΑ:

« Κάποιος ρωτούσε τι ώρα είναι, άλλος βλαστήμαγε που πέρασε η ώρα… Άλλος ζητούσε μια αφετηρία λεωφορείων, άλλος μιαν αφετηρία της μέρας, άλλος – ο πιο επικίνδυνος για το σιγουρεμένο καθεστώς ζητούσε μια αφετηρία πουλιών… Αν θα σε ξαναβρώ δεν ξέρω πού θα σε τρακάρω πάλι, σε πόλη ολοκαίνουργια με εναέριους δρόμους ή σε μοντέρνα ερημιά ή μες το τελευταίο σκοτάδι… Και θα ’χω άραγε ακόμα την παλιά καρδιά;» Σκόρπιοι στίχοι του Θωμά Γκόρπα που «διέσχισε το βίο του σαν αγρίμι που χτυπιέται στο κλουβί και δεν απαίτησε ποτέ τίποτα περισσότερο από μια νυχτερινή γωνιά για να καπνίζει και να γράφει ποιήματα με καθημερινά υλικά, καθημερινές μεθόδους και καθημερινούς ρυθμούς… Δούλεψε με υλικά παραγνωρισμένα. Αξιοποίησε συναισθήματα που είχαν εγκαταλειφθεί από τους ποιητές στην πλαδαρότητα του μικροαστισμού. Τα καθάρισε, τους έδωσε πλαστικότητα. Το τι πέτυχε το δείχνουν τα ποιήματά του, αλλά και η διείσδυσής τους στην αισθητική συνείδηση των σημερινών ποιητών» (Γιώργος Μπλάνας, Ποιητές στη Σκιά, Δεύτερος Κύκλος, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013 – ART by alexey menschikov)




ΠΛΑΝΑ
Στο πρώτο πλάνο υπάρχει μια ερημιά
γεμάτη χρώματα στολίδια ραντεβού και μίση
στο δεύτερο η αγάπη
στο τρίτο πάλι μια ερημιά και βουτηγμένη τώρα στο πηχτό σκοτάδι
στο τέταρτο πάλι η αγάπη τώρα τυφλή και μεθυσμένη
στο πέμπτο πάλι μια ερημιά μαύρη και στάζει αίμα
στο έκτο ούτε ερημιά ούτε αγάπη με ή χωρίς φως ή σκοτάδι
στο έκτο μεταμεσονύκτιος δρόμος καλοκαιρινό
κι ένας άνδρας βιαστικός καπνίζοντας τον διασχίζει
η νύχτα λάμπει σαν ημέρα και μονάχα το γλυκό αεράκι
δροσίζει τα καμένα φύλλα της καρδιάς του…
[από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ, εκδόσεις Έξοδος 1983]

ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΠΑΛΑΙΩΝ ΦΙΛΩΝ (μνήμη Νίκου Καρούζου)
Ένας φίλος ήρθε απόψε από παλιά
Πρόκειται περί αγάπης ή αναμνήσεως της αγάπης;
Παντού στην Αθήνα μας τραύματα νωχελικά
μόνον η αδέσποτη νύχτα της μένει ακόμα δική μας
σα σκυλί προδομένη αγάπη σα διάχυτο λαϊκό τραγούδι
γιομάτο ευγένεια.
Βέρα Βόδη μια αδάμαστη ακόμα γυναίκα ή ναυαγισμένη αδιάφορο
στην άλλη μεριά ενός μεθυσμένου τηλεφώνου
είναι γυμνή κι έχει στο σώμα της τόπους τόπους πληγές
ή κρέμες νυκτός αδιάφορο αδιάφορο αδιάφορο
γιατί τώρα αυτή η στιγμή στην πλατεία Κολωνακίου ώρα δύο μετά τα μεσάνυχτα
εγώ κι ο φίλος μου είμαστε δυο δίδυμες πληγές εξάρσεως
 ή δυο άνθη πεθαμένα στη γέννα τους
ή δυο λαμπρά αυτοελεγχόμενα πέη
οι πεθαμένοι φίλοι μας οι χαμένοι φίλοι μας οι καφέδες και τα τσιγάρα μας 
οι παπαγάλοι οι λεχρίτες οι σβηστοί.
Βέρα Βόδη ωραίο όνομα ποιητικό θαυμάσιες λέξεις όπως
βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική…
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίοες λέξεις όπως
βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις όπως
οι ωραίες γυναίκες μπας και αγαπηθούν στο τέλος.
Οι χασάπηδες της χαράς είναι σαν άγριοι σεμνοί βασιλιάδες
όταν πέφτουν δάκρυα στο ποτήρι το κρασί βάφεται
‘όταν πέφτουν τραγούδια ματώνει
αλλά με τίποτε δεν νερώνει
ούτε με Βέρες Βόδη ούτε με Χριστούς ούτε με γλυκές κάμαρες.
Οι σύγχρονες κάμερες είναι συντριπτικές των αναμνήσεων.
Θα πάρω ταξί θα πάρω τσιγάρα θα πάρω λαχεία θα πάρω το δρόμο του γυρισμού
και θα τον πάρω ακριβώς γιατί κανένας δεν με περιμένει
τι Προμηθέας τι τραγουδιστής τι πρώτη αγάπη το ίδιο κάνει.
Από ένα σημείο και πέρα σβήνουν τα φώτα
δεν έχει φώτα δεν έχει λιμάνια δεν έχει φαρμακεία γενικώς
διανυκτερεύοντα έχει
την αθέατη πλευρά του θανάτου που ξεδιπλώνεται ανοίγει λίγο λίγο και τα μάτια
γίνονται τεράστια στα μπαλκόνια τους
έρχονται τα φύλλα της καρδιάς ν’ αγναντεύουν
καπνίζοντας το τσιγάρο τους να ονειροπολήσουν
τα πήρε ο ύπνος κι έγειραν
για πάντα.
Πριν και μετά τη Βέρα Βόδη σκοτάδι
πριν και μετά τ’ άνθη του αίματος σκοτάδι
και μόνο το τραγούδι καταργεί τα άκρα
τα φάρμακα τις υπερβολικές δόσεις χαράς
τ’ άσπρα σπιτάκια και τα πράσινα άλογα.
Υπάρχουνε ως ανοιχτές πληγές κόντρα στα καλά λόγια
τα καλά παιδιά και τα καλά λάδια
υπάρχουνε ως υπογραφές κόκκινες κατακόκκινες της φωτιάς
σ’ απίθανα σημεία της νύχτας.
Δεν αφήνουμε απλώς τραγούδια πίσω μας στο μέλλον αλλά τα κομμάτια μας
και κάπου μακριά ακόμα
άρχισαν να κατασκευάζονται τα νέα μουσικά όργανα.
[από την ποιητική συλλογή ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ, εκδόσεις Πορεία 1979]

ΑΓΑΠΕΣ
Φύσημα των δένδρων σβήσιμο του κύματος
άναμμα των φώτων σε πόλεις παραλιακές
ωραία πράγματα στον τοίχο ωραία κι ανώνυμα
παρηκμασμένα μαγαζιά έρημοι σιδηροδρομικού σταθμοί
τυχαία ταξίδια μαγικά σ’ αγνοημένα μέρη επαρχιακά.
[από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ, εκδόσεις Έξοδος 1983]


ΤΡΑΓΩΔΙΑ
Κανείς δεν σκέφτηκε να κλείσει φεύγοντας την πόρτα
κανείς δεν σκέφτηκε τον άνεμο που θα ’ρχονταν σε λίγο
κανείς δεν σκέφτηκε τι άφηνε και τι έπαιρνε κοντά του
φύλλα μαχαίρια βλέμματα ή τα τελευταία λόγια
που θα ’διναν στην παρεξήγηση ένα τέλος.
Θέλω να σ’ αγαπήσω μα δεν γίνεται έχω αργήσει
θέλω να σ’ αγαπήσω όσο δεν μ’ αγάπησε κανένας
να σκιστώ για σένα ν’ αλλάξω γειτονιά ν’ αλλάξω στέκια.
Τώρα πελώρια άγνωστα χέρια ασυνείδητα με δέρνουν
τώρα ξαφνικά νερά μου έκλεισαν όλους τους δρόμους
τώρα παλιά τραγούδια λαϊκά βαραίνουν τον αέρα…
Αν θα σε ξαναβρώ δεν ξέρω πού θα σε τρακάρω πάλι
σε πόλη ολοκαίνουργια με εναέριους δρόμους
ή σε μοντέρνα ερημιά ή μες στο τελευταίο σκοτάδι…
Και θα ’χω άραγε ακόμα την παλιά καρδιά;

ΠΛΗΓΕΣ
Πληγή από σίδερο πληγή από κάψιμο πληγή από χάδι
πληγή απ’ το φιλί τρελής ξανθιάς
πληγή από σφύριγμα το βράδυ
πληγή από της ερημιάς το μελαγχολικό τραγούδι
πληγή απ’ αγκάθι ρόδου
πληγή από την καλημέρα ξένου
πληγή της γειτονιάς σαν παίρνει να βραδιάζει
πληγή από ανυπόφορη αγάπη
λυσσασμένη γάτα
λυσσασμένη αγαπημένη
λυσσασμένο εργοδότη
πληγή απ’ τ’ αδυσώπητο εργαλείο της δουλειάς
πληγή απ’ την καλοσύνη ανυποψίαστης αγκαλιάς
πληγή απ’ το μεγαλείο της φτωχιάς
πληγή απ’ την ανάμνηση κι από βαριά κουβέντα
απ’ το μαχαίρι του ριγμένου φίλου
πληγή από φωτιά φωτιά κι από φωτιά ονείρου
πληγή  απ’ του αποτυχημένου την ντροπή
κι απ’ τη σιωπή του ντροπιασμένου
πληγή απ’ τα νύχια τρομοκρατημένου
πληγή απ’ τα νύχια απ’ τα δόντια απ’ τα αχ απ’ τα φιλιά
της προδομένης που γαντζώθηκε πριν φύγει πάνω σου
και μένει εκεί για πάντα να σου γδέρνει την καρδιά
πληγή της εξορίας της φυλακής και της ελευθερίας
πληγή απ’ τη μάχη κι απ’ τη μάχη σου στο σπίτι
πληγή απ’ αυτόν που σ’ έριξε στο παζάρι
πληγή απ’ το πικρό παράπονο του αλήτη
πληγή απ’ το στόμα της που βασανίζεται στην ξενιτιά
κι ακόμα η πληγή για την πληγή που δεν ομολογεί ποτέ κανένα στόμα…
[από την ποιητική συλλογή ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ, εκδόσεις Πορεία 1979]

ΑΝΑΠΟΛΗΣΗ
Θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη
και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί
για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό
κι εσύ
να περνάς απ’ έξω.

Ο Θωμάς Γκόρπας γράφει γι’ ανθρώπους, δεν ανακυκλώνεται στην αποτύπωση του προσωπικού του πόνου και δυστυχίας, αλλά καταφέρνει να το ανατρέψει ομαδικά και μέσω αυτού να δημιουργήσει το ακριβώς το αντίθετο. Την ελπίδα, την ανατροπή και την πρόοδο. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ξεπερνάει τη μεγαλύτερη παγίδα της ποίησης, το ναρκισσισμό. Κάτι που τον βοηθάει ακόμα και υπό τη σκιά να πάλλεται στα μέτρα του μέλλοντος – τα κτερίσματα στίχων στην αρχή, οι επιλογές των ποιημάτων και τα ενδιάμεσα σχόλια είναι από το βιβλίο ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ, δεύτερος κύκλος της ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ που επιμελήθηκε ο Γιώργος Μπλάνας στις εκδόσεις Γαβριηλίδης

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΔΩ ΣΤΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΟΥ ΠΟΣΟΝ ΑΓΑΠΑΣ (ίσως είναι ο Παράδεισος μελαχρινό τοπίο)

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: