ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

Για να γράψεις ένα καλό ποίημα πρέπει να έχεις άδεια τσέπη και μια καρδιά άκαρδη για τον εαυτό σου και για όλους όσους έφτιαξαν «θαύματα» τριγύρω σου γιατί εσύ δεν τους θέλεις έτσι που είναι! Εσύ αγαπάς τις φτερούγες των πουλιών τις φωτιές των δράκων τα αδέσποτα σκυλιά το φυλακισμένο καναρίνι. Για να γράψεις ένα καλό ποίημα, πρέπει να τρως για χρόνια μαρμελάδες με σκατά, πρέπει να πετάς πέτρες στους αστυνομικούς, στους υπαλλήλους Τραπεζών, στους λεφτάδες και μια πιο μεγάλη στον πατέρα σου μόλις σου πει «κι εμείς είχαμε όνειρα κάποτε…»  Για να γράψεις ένα καλό ποίημα τέτοια πρέπει να σου συμβούν αλλιώς βούλωστο... Η Λογοτεχνία δεν είναι ρεστοράν-γκουρμέ κι απαίτηση όμορφων λέξεων της «δημιουργικής γραφής» αλλά είναι ένα βυτιοφόρο γεμάτο εκρηκτικά που ενώ δεν το περίμενες θα πέσει πάνω σ όλους μας και θα μας κάνει σκόνη…. Όταν γράψεις ένα καλό ποίημα…. Γι αυτό έλα και κάθισε μέσα σ’ αυτό το Ποίημα που λίγο σ’ ανατριχιάζει και σε πολύ λίγο κι αυτό θα περάσει!... [κτερίσματα στίχων του Ηλία Κουτσούκου που είδαν το e-φως τους στην Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη συναγελάζονται με την εικόνα: artworks by amanti veronesi lovers]



ΕΛΑ ΚΑΙ ΚΑΘΙΣΕ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Έλα κάθισε εδώ, σ’ αυτή την ευθεία
σ’ αυτή τη γωνία
της γραμματοσειράς και ηρέμησε.
Άναψε ένα τσιγάρο από το πακέτο
που γράφει «το κάπνισμα σκοτώνει»
πάρε μια βαθιά ρουφηξιά
και σκέψου εικόνες στη σειρά…
τα μανεκέν της
Victorias secret..
τις άνεργες καθαρίστριες
τον λαγό στιφάδο
τους λύκους στην Πίνδο
τον πατέρα σου να βγάζει τη ζώνη του
και που τώρα διαμένει
σ ένα κουτί μπερδεμένα κόκκαλα…
Τη μητέρα σου που φορούσε
ένα γκρι ταγιέρ πηγαίνοντας
Κυριακές στην εκκλησία.
Τράβα μια βαθιά ρουφηξιά
και σκέψου πόσο τυχερός είσαι
που δεν είσαι Σομαλός στη Σομαλία
Σύριος στη Συρία
που πήγες για πρωτοχρονιά στο Λονδίνο
που είδες τα όνομα σου κάτω από ένα κείμενο
σε μεγάλη εφημερίδα σ’ ένα βιβλίο.
Βγάλε τον καημό σου στο τσιγάρο
Βγάλε το σκασμό που μπορείς ν ακούς
casta diva.
Μη γίνεσαι μίζερος
έλα και κάθισε μέσα σ αυτό το ποίημα
ήρεμος κι ας σε διαπερνάει ένας αέρας
που λίγο σ’ ανατριχιάζει
αλλά που μπορείς να πεις «κι αυτό θα περάσει»
μέχρι να σβήσεις το τσιγάρο σου
μέσα σ αυτό το ποίημα που κάθισες….

ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Θέλω να γράψω ποιήματα χωρίς νόημα
και να τα δείχνω όπου να ’ναι και δεν πρέπει
Θέλω να μη περιμένω
να πεταχτούν από μέσα μου λόγια
όχι σαν πύραυλοι αλλά σαν ένα σπίρτο
που μόλις άναψε το εξαφάνισε ελαφρό αεράκι.
Θέλω να γράφω χωρίς «θεματικές»
και να χαρίζω στους φίλους μου
ακόμα και χιλιοειπωμένα πράγματα…

Γιατί δεν με νοιάζει η κορεσμένη Λογοτεχνία
από κλαψιάρηδες ποιητές, από επαγγελματίες γραφιάδες,
από πρώτους σε λίστες και δεύτερους
που περιμένουν στη σειρά
απ αυτούς που τους καλούν σ’ εκπομπές κουλτούρας του ύφους
«ακούστε και σεις μαλακισμένοι τον Θεό»…
Θέλω να υμνήσω τις συνοικιακές κομμώτριες που μυρίζουν πατσουλί
και βάφονται με φτηνές όζες.
Θέλω να γράψω για τους πολλούς αγάμητους,
τους κουρασμένους καληνυχτάκηδες…
Κατάλαβες εκεί που βρίσκεσαι Μπουκόβσκι μου.
Ξέρω, δεν έχει ούτε ποιήματα ούτε προσευχές, ούτε ποτά…
Έχει μόνο κρύο και νύχτα γι αυτό θέλω να γράψω
πόσο όμορφοι είναι οι ξεχασμένοι,
πόσο καλοσυνάτοι κι αδιαμαρτύρητοι
και τώρα νύχτα του Φλεβάρη
για αυτούς και για την πάρτι σου θα πιω δυο ουισκάκια… 
Aγαπημένε Μου Μπουκόβσκι
Θέλω Να Κάνω Όσο Μου Λες Να Μη Κάνω

DELIBERY BOY ΔΩΡΕΑΝ
Η κάθε μέρα φεύγει μες στο χτες
όπου το αύριο είναι αβέβαιο βεβαίως.
Περνάει ο Χρόνος
κι όταν κοιμάσαι δεν τον προλαβαίνεις.
Βαδίζει ένα βήμα πιο μπροστά
γιατί τον τρέφουν
τα σωθικά που πίσω του αφήνεις…
Απίστευτο το πόσοι κατεβαίνουν
σε κάθε στάση επιβάτες
κι ας είναι πάντα πήχτρα το λεωφορείο.

Κι όταν τολμήσεις ν αναρωτηθείς
σου λέει μια μικρούλα 7 χρονών
«να ξέρεις θείε πως το χτες, το σήμερα ήταν αύριο»
άντε να βγάλεις άκρη
κι ύστερα μένεις να παρακαλείς
στον ύπνο σου να φύγεις
γιατί φοβάσαι
όταν περνάς το δρόμο απέναντι
μη πέσεις πάνω σε παιδί-delivery
που θα σε σταματήσει
για να σου πει
«φέρνω για σας ένα ληγμένο φαγητό.
αυτός ο κύριος με τη μαύρη καμπαρντίνα
στη γωνία που μας κοιτάζει τώρα
μου είπε να σας το προσφέρω δωρεάν..»


 [Ηλίας Κουτσούκος, Ποιήματα που αναρτήθηκαν στη Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη – ARTWORKS by amanti veronesi lovers]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ή ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΚΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΣΟΥ ΓΛΥΚΟ ΜΕ ΠΟΤΙΖΟΥΝΕ ΑΦΙΟΝΙ;

ΚΙ ΕΣΥ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΕΥΧΗΘΗΚΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΜΑΤΙΑ (έλα να ρίξουμε την καταραμένη σκακιέρα στην πυρά):

ΑΓΑΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ (κι άλλες μικρές ιστορίες Έρωτα κι Αμαρτίας):

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΜΙΑ ΜΟΝΟ: Σ’ ΑΓΑΠΩ (Χωρίς Υποκείμενο):

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ: (κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα καθώς πέφτουν οι πέπλοι κι αποκαλύπτεται ο θύσανος της κεντρικής επιθυμίας):

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΧΕΙ ΑΛΛΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ: